20 Jan 2025

«Ερήμην μου...»

1. Τόσο διάστημα μετά, βρίσκομαι μόνη, περίκλειστη στη θλίψη μου. Μα, συνάμα τόσο διαυγής! Κάθομαι ήρεμη πρώτη φορά. Με μια ηρεμία αδιόρατη, σαν της ψυχής μου τη φυλακή. Σε μια καρέκλα παλιά και τρισάθλια, μετρώ τα όρια μου. Αναμένω. Απολαμβάνω τη θέρμη της ηλιαχτίδας, το υπέροχο τοπίο, τα επιβλητικά όρη και τη γαλήνη ενός κατάξανθου αγρού. Επιτέλους, μπορώ να ξεχάσω! Ν' αφήσω πίσω άγχος, καθημερινότητα, το στρες της άξενης πόλης. Να χαλαρώσω στα βάθη της εσωστρέφειάς μου. Έστω...για λίγο. Να ξεφύγω απ' την τρέλα των ρυθμών, τον ίλιγγο μιας ροής διαρκούς. Ν' αποδράσω της σκοτοδίνης ενός σύννεφου αιθαλομίχλης. Να γλυτώσω την πίεση, την ασφυξία που στραγγαλίζει την ανάσα μου. Κοιτώντας, ωστόσο, το ξανθό στάρι  -κινούμενο προς κάθε κατεύθυνση κατά τη φορά τ' ανέμου- επιστρέφω στο σήμερα, στην πεζότητά του. Μοιάζει κι αυτό υποταγμένο. Υποχρεωμένο στη θέση του ακόλουθου. Κινείται καθ' υπόδειξη του Ανέμου. Χωρίς να 'ναι αλήθεια λεύθερο σαν κι εμάς. Κι εμείς ακόλουθοι των πρέπει, υποτασσόμεθα σ' επιταγές άνωθεν. Τα βουνά πάλι χάσκουν γενναία, αμέριμνα. Γυρνώ στη θλιβερή πραγματικότητα, που τη νομίζουμε για λευτεριά, μα είναι πιότερο σκλαβιά κι από τα κάγκελα.
✨✨✨✨✨✨✨✨❤️❤️✨✨✨✨✨✨✨✨
2. Ο ήλιος μας θερμαίνει γλυκά, μας χτυπά συμπονετικά, σχεδόν μας μαστιγώνει στη θέρμη του. Κάθομαι και διαβάζω το βιβλίο, γεμάτος σκέψεις για την ύπαρξη του ατόμου στη σύγχρονη πόλη, αλλά και για το βάρος της.
Το κύριο θέμα που με προβληματίζει είναι το πόσο έχω αποστασιοποιηθεί από τους συγγενείς. Εγώ και πολλοί, άλλοι άνθρωποι. Νιώθω  απομόνωση απ' τους υπόλοιπους ανθρώπους, Νιώθω μόνος, ενώ βρίσκομαι ανάμεσα στον κόσμο. Αυτό όχι απλά με θλίβει, αλλά μου προκαλεί κατάθλιψη. Νιώθω μόνος. Όλοι αυτοί δίπλα απλώς υπάρχουν. Δεν ενδιαφέρονται για μένα. Όπως κι εγώ γι' αυτούς. Δεν έχω κάτι κοινό μαζί τους, ούτε ιδεολογικό, ούτε κοινωνικό, ούτε ψυχικό. Απλά, καθόμαστε δίπλα δίπλα!

12 Jan 2025

Συνομιλώντας με πίνακα του Hopper...
















1) Μια σκηνή ιδιότυπης μοναχικότητας ή εσωτερικής αποξένωσης διακρίνεται. 
Οι άνθρωποι μοιάζουν κλειστοί, περιχαρακωμένοι. Βρίσκονται στον ίδιο 
χώρο, μα συνάμα είναι τόσο μακριά. 
Ο κλόουν, πιο πέρα, ακόμη πιο απόμακρος. Βυθισμένος στη μελαγχολία του. 
Αισθητοποιεί μια ευδιάκριτη αντίθεση. 
Η μορφή του, εν γένει, συνδέεται 
με την πρόκληση γέλιου. Ωστόσο, 
τη δεδομένη στιγμή, το πρόσωπό του 
χαράσσει μια βαθιά, ειλικρινή θλίψη. 
Ίσως υπάρχουμε κι οι δύο ως θλιβερές 
φιγούρες ενός θεάτρου χωρίς κοινό. 
Παλεύουμε τη μοναξιά της ύπαρξής μας. 
Μα περισσότερο με προβληματίζει 
–με τρομάζει, σχεδόν με τρομοκρατεί- 
η μοναξιά της καθημερινότητας όλων μας. 
Ακόμη κι, όταν περιβάλλομαι από ανθρώπους, ασφυκτιώ στην παρουσία τους. 
Το χάσμα στις ανθρώπινες σχέσεις 
αποκτά μια πρωτόγνωρη οικειότητα 
στα όρια της επαναληψιμότητάς του. 
Πόσο, αλήθεια, η εξωτερική μας εικόνα 
διαφέρει από την εσωτερική μας αλήθεια; 
Κι ο χρόνος που περνά μας εγκλωβίζει 
ακόμη περισσότερο. Σε στιγμές σιωπής! 
Σαν να βρισκόμαστε όλοι εδώ, 
μα κανένας δεν το αντιλαμβάνεται με επάρκεια. Πίσω από εκφράσεις θαμπές, κρύβεται 
η αγωνία μιας ζωής με ημερομηνία λήξης. 
Η θλίψη του σήμερα βαραίνει τις ψυχές μας, χωρίς εξήγηση. Παραμένω παγωμένη, ακίνητη. Περιμένοντας κάτι που δεν έρχεται. 
Αν υποδυόμουν τον κλόουν, 
αν γινόμουνα ο κλόουν, 
θα υποδείκνυα με κάθε τρόπο την αντίφαση εξωτερικής χαράς κι εσωτερική θλίψης. 
Ο αποσυμβολισμός της ανθρώπινης 
αντίφασης στην πιο απάνθρωπη εποχή!

2) Στέκομαι εδώ, ακίνητη, στο κέντρο ενός κόσμου που μοιάζει να έχει παγώσει. 
Γύρω μου σιωπή κι απάθεια. 
Ενοχή και θρήνος. Χάος κι απουσία. 
Κι οι άνθρωποι γύρω απομονωμένοι, 
χαμένοι στις σκέψεις τους, 
μοιάζουν σχεδόν σα σκιές. 
Νιώθω τη ζωή μου κομμάτι ενός κόσμου 
που ‘χει χάσει το νόημά του. 
Ο πόλεμος τελείωσε. Μα η θλίψη, 
η αποξένωση κι η αβεβαιότητα παραμένουν. Αναρωτιέμαι. Ποιο το νόημα της ύπαρξης 
στ’ απόνερα τόσης καταστροφής; 
Οι στιγμές που έδιναν κάποτε χαρά, 
τώρα φαντάζουν μακρινές. Ανέφικτες. 
Κοιτάζω τους άλλους. Κι έπειτα σκέφτομαι. 
Γιατί δεν επικοινωνούμε; Είναι η σιωπή 
η μόνη απάντηση σ’ έναν κόσμο 
που ‘χασε την ελπίδα του; Νιώθω μόνη, 
παρά τη συντροφιά. Και σκέφτομαι: θα μπορέσουμε ποτέ να την ξαναβρούμε; 
Η μελαγχολία με κυριεύει. 
Όπως κι η αγωνία για το μέλλον. 
Τι θα απογίνουμε; Μήπως η Μοναξιά 
γίνεται το τίμημα της προόδου 
κι ο Πόλεμος της ανθρώπινης σκληρότητας; 
Το μπλε γύρω μου με πνίγει. 
Νιώθω παγιδευμένη σε αδιέξοδο. 
Η ζωή κυλά χωρίς σκοπό. 
Και το μόνο που μένει είναι σιωπή και σκέψη. Απάνθρωπη για την ανθρώπινη Ουσία!

3) Στέκομαι στην άκρη της σκηνής. 
Παρατηρώ τη λίμνη και τη σιωπή 
που την περιβάλλει. Γύρω μου 
απλώνεται μια αδιόρατη αίσθηση απομόνωσης. 
Ο κόσμος αλλάζει ραγδαία. 
Ο πόλεμος σαρώνει την Ευρώπη. 
Η ζωή μοιάζει να κατακερματίζεται. 
Πού βρίσκεται η θέση μου σ’ αυτή τη νέα εποχή; Νιώθω σα χάρτινη φιγούρα, 
μια ψευδαίσθηση σ’ έναν κόσμο υποκρισίας. 
Ξένη στον ίδιο μου τον κόσμο. 
Χαμένη στην απρόσωπη καθημερινότητα. 
Ο ρόλος της γυναίκας αλλάζει, 
μα παραμένει αβέβαιος. 
Είμαστε παρατηρητές της ζωής ή φορείς αλλαγής; Η σιωπή μιλάει για τη βαθιά μου ανάγκη 
ν’ ακουστώ. Και για τον φόβο του τρόπου να συμβεί. Η μελαγχολία με κυριεύει. 
Μήπως όλη η πρόοδος φέρνει μαζί της 
μόνο αποξένωση; Μόνο χάος; 
Η ηρεμία της λίμνης γίνεται καθρέφτης μιας ακινησίας που φοβάμαι πως δεν θα αλλάξει ποτέ. Τέλος, η απομόνωση επικρατεί. 
Όλο και περισσότερο. Ο καθένας τον εαυτό του! Αυτόν κοιτά, αυτόν φροντίζει, μόνο ετούτον νοιάζεται. Το «μαζί» μοιάζει, πλέον, περιττή πολυτέλεια σ’ έναν κόσμο με τόσες συγκρούσεις. Ο πίνακας μοιάζει κόσμος σε μικρογραφία. 
Με κρατάει εγκλωβισμένη. 
Όπως κα η ζωή που μας επιβάλλουν. 
Κι όλοι ενωμένοι θα βαδίσουμε 
τον δρόμο της διαφυγής!

Συνομιλώντας2 με «Λήθη» & «Φωνές»

Λ. Μαβίλης & Κ. Καβάφης: Α) «Στιγμές» Μοναδικές στιγμές κι αγαπημένες εκείνων που έφυγαν, ή εκείνων που είναι για μας στο παρελθόν σαν τ...