1. Τόσο διάστημα μετά, βρίσκομαι μόνη, περίκλειστη στη θλίψη μου. Μα, συνάμα τόσο διαυγής! Κάθομαι ήρεμη πρώτη φορά. Με μια ηρεμία αδιόρατη, σαν της ψυχής μου τη φυλακή. Σε μια καρέκλα παλιά και τρισάθλια, μετρώ τα όρια μου. Αναμένω. Απολαμβάνω τη θέρμη της ηλιαχτίδας, το υπέροχο τοπίο, τα επιβλητικά όρη και τη γαλήνη ενός κατάξανθου αγρού. Επιτέλους, μπορώ να ξεχάσω! Ν' αφήσω πίσω άγχος, καθημερινότητα, το στρες της άξενης πόλης. Να χαλαρώσω στα βάθη της εσωστρέφειάς μου. Έστω...για λίγο. Να ξεφύγω απ' την τρέλα των ρυθμών, τον ίλιγγο μιας ροής διαρκούς. Ν' αποδράσω της σκοτοδίνης ενός σύννεφου αιθαλομίχλης. Να γλυτώσω την πίεση, την ασφυξία που στραγγαλίζει την ανάσα μου. Κοιτώντας, ωστόσο, το ξανθό στάρι -κινούμενο προς κάθε κατεύθυνση κατά τη φορά τ' ανέμου- επιστρέφω στο σήμερα, στην πεζότητά του. Μοιάζει κι αυτό υποταγμένο. Υποχρεωμένο στη θέση του ακόλουθου. Κινείται καθ' υπόδειξη του Ανέμου. Χωρίς να 'ναι αλήθεια λεύθερο σαν κι εμάς. Κι εμείς ακόλουθοι των πρέπει, υποτασσόμεθα σ' επιταγές άνωθεν. Τα βουνά πάλι χάσκουν γενναία, αμέριμνα. Γυρνώ στη θλιβερή πραγματικότητα, που τη νομίζουμε για λευτεριά, μα είναι πιότερο σκλαβιά κι από τα κάγκελα.
✨✨✨✨✨✨✨✨❤️❤️✨✨✨✨✨✨✨✨
2. Ο ήλιος μας θερμαίνει γλυκά, μας χτυπά συμπονετικά, σχεδόν μας μαστιγώνει στη θέρμη του. Κάθομαι και διαβάζω το βιβλίο, γεμάτος σκέψεις για την ύπαρξη του ατόμου στη σύγχρονη πόλη, αλλά και για το βάρος της.
Το κύριο θέμα που με προβληματίζει είναι το πόσο έχω αποστασιοποιηθεί από τους συγγενείς. Εγώ και πολλοί, άλλοι άνθρωποι. Νιώθω απομόνωση απ' τους υπόλοιπους ανθρώπους, Νιώθω μόνος, ενώ βρίσκομαι ανάμεσα στον κόσμο. Αυτό όχι απλά με θλίβει, αλλά μου προκαλεί κατάθλιψη. Νιώθω μόνος. Όλοι αυτοί δίπλα απλώς υπάρχουν. Δεν ενδιαφέρονται για μένα. Όπως κι εγώ γι' αυτούς. Δεν έχω κάτι κοινό μαζί τους, ούτε ιδεολογικό, ούτε κοινωνικό, ούτε ψυχικό. Απλά, καθόμαστε δίπλα δίπλα!

