20 Jul 2025

Συνομιλώντας1 με το «1984»

 
1)                                 Ωκεανία, 5 Απριλίου 1984
Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα, όπως κάθε μέρα, ξύπνησα νωρίς από τον ήχο της καμπάνας. Αισθάνομαι τον έλεγχο που ασκεί το Κόμμα παντού, ακόμα και στις πιο μικρές κινήσεις. Καμία σκέψη δεν μας επιτρέπεται, για κίνηση ούτε λόγος. Η τηλεοθόνη μας παρακολουθεί και μας μεταφέρει το μήνυμα πως δεν υπάρχει περίπτωση να ξεφύγουμε. Ο Μεγάλος Αδερφός υπάρχει παντού. Βγήκα στο παράθυρο για λίγο αέρα. Βλέπω να περπατούν άνθρωποι σκυφτοί, φοβισμένοι. Πλέον μετά βίας μιλάμε μεταξύ μας, γιατί οι συνομιλίες είναι επικίνδυνη πολυτέλεια. Το απόγευμα συνάντησα τον Γουίνστον. Το βλέμμα του ήταν άδειο. Στις λίγες κουβέντες που ανταλλάξαμε, μου αποκάλυψε πως έχει μέσα του μια σπίθα Αντίστασης. Σκέφτηκα πως αυτό είναι κάτι που ποτέ δεν πρέπει να γίνει αντιληπτό από το Κόμμα! Γιατί τότε δεν θα ήμασταν ασφαλείς ούτε καν στον ύπνο μας...η ώρα πέρασε αργά και βασανιστικά, όπως πάντα. Κι εγώ κίνησα για το δωμάτιό μου. Άνοιξα το ημερολόγιό μου με δειλία. Διαπίστωσα πως η κίνησή μου είναι άκρως επαναστατική, αφού περιέχει σκέψεις και συναισθήματα. Αναγνωρίζω πως αποτελεί τη μοναδική πράξη ή κίνηση Ελευθερίας μου. Η μοναδική απόδειξη ότι δεν έχω παραδοθεί εξ ολοκλήρου. Δεν δέχομαι να αφήσω τον εαυτό μου να γίνει μέρος αυτού του κόσμου, χωρίς να φωνάζω - έστω και μυστικά- τα όσα βρίσκονται μες στην ψυχή μου. Καληνύχτα, ημερολόγιο! Στο επανειπείν!
*****
2)                                Χώρα Απελπισίας, 2/4/1984
Αγαπητό ημερολόγιο, 
Σήμερα ξύπνησα νωρίς, όπως πάντα βέβαια, από τη φωνή του Μεγάλου Αδελφού που διαρκώς δίνει Εντολές. Δεν μπορώ να τον αγνοήσω, με παρακολουθεί συνέχεια. Στο σχολείο, η ημέρα πέρασε, όπως όλες τις υπόλοιπες. Μάθαμε ξανά πως το Κόμμα έχει πάντα δίκιο και πώς το παρελθόν αλλάζει και γίνεται παρόν. Πρέπει να αποδεχόμαστε ό,τι μας λένε και δεν επιτρέπεται να ρωτήσουμε τίποτα. Ό,τι μας διδάσκουν υποτίθεται ότι είναι η μόνη αλήθεια. Οι φίλοι μου (γενικά όλοι οι άνθρωποι) δεν μιλάνε πολύ. Όλοι προσέχουμε τι λέμε και πώς εκφραζόμαστε. Μια φορά, δυο μαθητές τόλμησαν να γελάσουν και τους πήρε η Αστυνομία της Σκέψης. Από τότε δεν τους ξαναείδαμε. Να φανταστείς, ημερολόγιό μου, έχω άγχος και που γράφω για  το χάος αυτό  τη στιγμή αυτή. Νιώθω πως κάπου κάποιος βλέπει τα πάντα. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς ήταν η ζωή πριν απ' αυτόν τον εφιάλτη. Νιώθω σαν ένα ρομπότ που ζει μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα. Νιώθω συνεχώς απομονωμένη, ότι δε μπορώ να ζήσω ελεύθερα. Μακάρι κάποτε να μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, να γελάσουμε και να είμαστε ελεύθεροι. Μέχρι τότε, θα γράφω εδώ, για να μπορώ να εκφράζομαι έστω και λίγο. 
*****
3)                              Πολίχνη Θεσ/νίκης, 5/4/1924
Αγαπητό ημερολόγιο,
Είμαι εδώ -για άλλη μία μέρα- γράφοντας τις σκέψεις μου, καθώς  δεν μπορώ να τις εκφράσω πλέον σ' άλλους. Το πρωί ξύπνησα τη συνηθισμένη ώρα, για να πάω στο σχολείο, ακούγοντας την τηλεόραση του σπιτιού να επαινεί ξανά το Κόμμα και τα κατορθώματά του. Βέβαια, δεν μπορούσα ν' ακούσω κάτι διαφορετικό, γιατί ό,τι είναι ενάντια στις πολιτικές πεποιθήσεις του Μεγάλου Αδελφού κόβεται με συνοπτικές διαδικασίες. Πηγαίνοντας στο σχολείο, είδα τυπωμένες εφημερίδες με πηγαίους τίτλους, περιοδικά μ' άρθρα που επιδοκίμαζαν τα οράματα και τις προθέσεις της κυβέρνησης. Έτσι δεν μπορούσα να αποφύγω τον «λουτρό» επαίνων, γιατί είναι σχεδόν ουτοπικό και μόνο κάποιος να σκεφτεί το αντίθετο. Όταν γύρισα, κάθισα να φάω μεσημεριανό μαζί με τους γονείς μου. Ήταν αμίλητοι. Το συνηθίζουν τις περισσότερες φορές, μετά την επικράτηση του καθεστώτος. Κι όσες φορές δεν το κάνουν, φλυαρούν γενικά κι αόριστα για όσα δε θίγουν το Κόμμα στο ελάχιστο. Το βράδυ, μετά απ' το διάβασμα, η τηλεόραση παίζει ένα θεατρικό με θέμα τον «ασφαλή Έρωτα». Για να είμαι ειλικρινής δεν παρακολουθούσα τίποτε λιγότερο από μία φιλοκυβερνητική προπαγάνδα. 
Τώρα βρίσκομαι στο τέλος μιας ακόμα πλαστής μέρας. Έχω δεχτεί τα πάντα εκτός απ' την αλήθεια! Πλέον δεν αισθάνομαι πως επικοινωνώ με τους γύρω μου. Έχω χάσει την εμπιστοσύνη μου ακόμα και προς τους γονείς, μετά από όλες τις πολιτικές αλλαγές. Και με τους φίλους δεν αλληλεπιδρούμε όπως παλιά. Για όλα αυτά, φυσικά, φταίνε όλοι όσοι υποστηρίζουν  την Αστυνομία Σκέψης, γιατί έχουν κλέψει την εμπιστοσύνη μας στους άλλους ανθρώπους! Αυτά είχα να σου γράψω, ημερολόγιό μου, με την ελπίδα πως ποτέ όλα αυτά δεν θα βγουν στο φως!
*****
4)                       Χώρα της Θλίψης, Γενάρης 2025
Καλό μου ημερολόγιο, 
τίποτε πια δεν πηγαίνει καλά, όχι ότι πήγαινε πριν. Απλά η μαυρίλα, η μιζέρια κι η καταπίεση συνεχίζονται αμείωτες. Σήμερα, οι αυτοαποκαλούμενοι «σωτήρες» άλλαξαν ένα ακόμη πολύτιμο μέρος της ιστορίας μας, θέλοντας η παλιά γενιά να ξεχάσει κι η νέα να μην μάθει ποτέ. Μα καλά, γιατί το επιτρέπουμε αυτό; Γιατί δεν μπορούμε να ενωθούμε όλοι για το κοινό καλό; Βέβαια πολλοί φοβούνται, εφόσον έχουν δει τι πιθαίνουν οι λεγόμενοι «ταραξίες που τόλμησαν να εκφράσουν τη γνώμη τους και να αγωνιστούν για την Ελευθερία και το Δίκιο τους. Αν όμως ξεσηκωνόμαστε όλοι μαζί, πώς θα μας σταματούσαν; Η απολυταρχία έχει μόνο τόση δύναμη όση της επιτρέπει ο λαός. Γιατί, λοιπόν, το επιτρέπουμε; Σήμερα, όπως προανέφερα, διέγραψαν κι άλλα εγκλήματα που έχουν διαπράξει. Το έκαναν να φαίνεται  πως αυτοί ήταν τα θύματα κι όχι οι θύτες. Δεν μπορώ να διανοηθώ πώς γίνεται κάποιοι να λέγονται άνθρωποι, εφόσον δεν έχουν κανένα στοιχείο ανθρωπιάς μέσα τους. Κάποιοι φαντασμένοι ή -όπως μ' αρέσει να τους αποκαλώ- «κοιμισμένοι» λένε κάθε φορά το ίδιο: «Καλά... αυτό είναι το τελευταίο, δε γίνεται χειρότερο! Από 'δω και πέρα σίγουρα θα καλυτερέψουν τα πράγματα!». Μα καλά, τι νομίζουν; Ότι με το κούνημα ενός μαγικού ραβδιού θα καλυτερέψουν τα πράγματα; Κι ενώ εμείς  καθόμαστε απλά μπροστά στους καναπέδες; Δεν είναι αυτονόητο ότι το μέλλον μας μόνο εμείς μπορούμε να το αλλάξουμε; Μας λένε συνεχώς: «Είστε το μέλλον  του κόσμου αυτού, εσείς θα το κάνετε καλύτερο από εμάς». Όμως, αν δε μας έχει απομείνει κόσμος, εμείς τι ακριβώς θα παλέψουμε να καλυτερέψουμε; 
*****
5)                               Land of Evil, 27/5/2753          
Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα γράφω, γιατί δεν μπορώ πια να κρατήσω αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου. Ο πόλεμος φαίνεται να μην έχει τέλος. Αλήθεια είναι μόνο ό,τι υποστηρίζει το Κόμμα! Ό,τι είναι εναντίον του αυτόματα διαγράφεται. Δεν υπάρχει Ελευθερία γνώμης, το κόμμα κυριαρχεί και κάνει ό,τι θέλει. Χάνονται πια τα αισθήματα και το «χρώμα» σ' αυτόν τον κόσμο. Το μόνο που δεν χάνεται είναι το πάθος κι η θέληση για εξουσία, για κυριαρχία. Δε χάνεται το πάθος κι η χαρά για την ήττα του εχθρού. Αυτό με την πάροδο του χρόνου όλο και αυξάνεται! Κάθε μέρα ελπίζω για ένα καλύτερο αύριο, για έναν κόσμο χωρίς τέτοια πάθη. Έναν κόσμο χωρίς πολέμους, με ελευθερία γνώμης. Δυστυχώς, όμως, η ελπίδα αυτή δε φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά. Η ελπίδα μου δεν πραγματώνεται  γιατί κανένας δεν αντιστέκεται. Τώρα, όμως, σ' εγκαταλείπω κι ελπίζω να μπορώ να γράψω κι αύριο...
*****
6)                                 14 Απριλίου 1984
Αγαπητό ημερολόγιο, 
Σήμερα ήταν μα μέρα σαν όλες τις άλλες. Ξύπνησα απ' τα αμείλικτα συνθήματα και τις ανακοινώσεις της τηλεόρασης. Γυμναστική, συνθήματα και ατελείωτη προπαγάνδα. Έφαγα κάτι, ήπια τον καφέ μου στο σπίτι κι αμέσως μετά έφυγα για τη δουλειά στο Υπουργείο.
Η Δουλειά μου είναι ανυπόφορη. Ατέλειωτες ώρες κάθε μέρα, ξαναγράφουμε το παρελθόν, καταστρέφοντας την αλήθεια κι αντικαθιστώντας την με ψέματα. Το απόγευμα, παρακολούθησα την υποχρεωτική δίωρη επιμόρφωση Μίσους. Μετά τη δουλειά, πήγα στο καφενείο για ένα ποτήρι τζίν Νίκης. Η ατμόσφαιρα ήταν μουντή, καταθλιπτική, άρα άθλια. Επέστρεψα στο διαμέρισμα πριν σβήσουν τα φώτα. Προτού κοιμηθώ έγραψα αυτές τις λίγες λέξεις στο κρυφό μου ημερολόγιο. Ξέρω είναι αρκετά επικίνδυνο, αλλά πρέπει να κρατήσω ζωντανή την ελπίδα. Πρέπει να θυμάμαι την αλήθεια, ακόμη κι αν όλος ο κόσμoς λέει ψέματα.

7 Jul 2025

«Συνομιλώντας με το "Ποτάμι" ή το "Γιατί"»

Με βάση τα αποσπάσματα από «Το ποτάμι» του Α. Σαμαράκη και το «Γιατί» του Γ. Μαγκλή, να δώσετε μια δική σας συνέχεια: 

Α) «[...] Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.»

Β) Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα,* [...] κι ένιωθε κιόλας τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:
 - «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».
         Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό. Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.»...
  ★★★★★★★★★★       
1. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, καθώς ήθελαν κι οι δυο τους να ξεδιψάσουν στην πηγή. Ο ένας στρατιώτης -νεαρός γάρ κι αψίξορος-χωρίς δεύτερη σκέψη, σήκωσε το πιστόλι και πυροβόλησε. Ο άλλος, μεγαλύτερος και πιο σώφρων, δίστασε να πυροβολήσει, χωρίς λόγο. Κι έτσι έπεσε νεκρός απ' την ατίθαση σφαίρα. Ο πρώτος, χωρίς ίχνος οίκτου, προχωρά για την πηγή και θριαμβευτικά πίνει νερό, λες κι επρόκειτο για ολύμπιο νέκταρ. Αφού ξεδίψασε, κοιτάζει ανέκφραστα τον νεκρό στρατιώτη. Περήφανος καλεί τους συμπολεμιστές του, να θαυμάσουν το κατόρθωμά του και να τον δοξάσουν. Στήνουν θριαμβικό χορό πάνω απ' το πτώμα, θυμίζοντας αγέρωχους γυπαετούς. Πίνουν, επευφημούν τον ήρωα και τραγουδούν νικητήρια άσματα. Τον σηκώνουν ψηλά στα χέρια τους και τον οδηγούν  προς το στρατόπεδο ως ήρωα. Νιώθει τόσο «μεγάλη» ικανοποίηση που συνάντησε άοπλο αντίπαλο και τόσο άνανδρα τον εκτέλεσε ανερυθρίαστα, με μια μόνο κίνησή του.
    Τα τραγούδια και τα γέλια τον ξύπνησαν. Τότε συνέβη κάτι παράδοξο . Ενώ στον ύπνο του περνούσε καλά, ξύπνησε κάθιδρος, με δάκρυα στα μάτια. Δεν καταλάβαινε πού βρισκόταν ή τι είχε συμβεί. Απ' τον βάρβαρο ήλιο και τη διαολεμένη ζέστη είχε λιποθυμήσει. Όταν άνοιξε τα μάτια, ο άλλος στρατιώτης συνέχισε να τον κοιτά με αγωνία, ρίχνοντάς του διαρκώς νερό στο πρόσωπο και το σώμα, για να συνέλθει. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ευχαρίστησε τον αντίπαλο στρατιώτη -που απεδείχτη 100% Άνθρωπος- κι απομακρύνθηκε ο ένας απ' τον άλλον. Δώσανε την υπόσχεση να μείνουνε κι οι δυο ζωντανοί και να συναντιούνται κάθε μέρα στην πηγή, την ίδια ώρα, ώσπου να λήξει ο πόλεμος. Τότε θα επέστρεφαν επιτέλους στις οικογένειες τους, σώοι κι αβλαβείς κι οι δύο. 
   Μόνο στο όνειρο μπόρεσε να συγχωρέσει τον εαυτό του. Δυστυχώς στον πόλεμο τ' άσχημα όνειρα, κάποιες φορές, γίνονται πραγματικότητα οι άνθρωποι απάνθρωποι και κάποτε οργισμένοι φονιάδες των αδερφών τους. 
**********
2. Ο άοπλος στρατιώτης τόνισε πως θέλει να ξεδιψάσει, πίνοντας λίγο νερό απ' την πηγή. Ο οπλισμένος στρατιώτης παραξενεύτηκε στην αρχή. Τον άφησε, όμως, να σκύψει προς την πηγή, για να πιεί νερό. Εκείνη την ώρα σκέφτηκε τα λόγια που του 'παν οι σύμμαχοι, προτού πάει στον πόλεμο. Κι αμέσως έβγαλε το όπλο από τη θήκη και τον σημάδεψε στο κεφάλι. Ο άοπλος στρατιώτης προσπαθούσε να τον πείσει να μην τον σκοτώσει, γιατί αυτός δεν είχε έρθει με κακές προθέσεις. Τότε ο οπλισμένος στρατιώτης σκέφτηκε ότι έχουν κι οι δυο μια οικογένεια που τους περιμένει να γυρίσουν κι έτσι έβαλε μέσα το όπλο, χωρίς να του κάνει τίποτε. Και τότε ήταν η στιγμή που ο «άοπλος» στρατιώτης τράβηξε βίαια το όπλο και τον σκότωσε. Κι αυτό, γιατί βάρυναν μέσα του περισσότερο τα λόγια των συμμάχων του πολέμου απ' τον πόνο, τη θλίψη και την οδύνη που θα χαρασσόταν στο πρόσωπο των συγγενών του αδικοχαμένου στρατιώτη.
********
3. Αγαπητό ημερολόγιο, (19/5/1942)
Σήμερα, μετά από ώρες πολέμου, από πολλούς πυροβολισμούς και κατόπιν πολλών θανάτων, αποφάσισα να ξεκουραστώ. Αποφάσισα να σταματήσω να θερίζω ζωές αθώων ανθρώπων ή μικρών παιδιών. Έψαξα μια μικρή βρυσούλα, για να πλυθώ, να ξεκουραστώ και να δροσιστώ. Η ώρα πέρασε, χωρίς να το καταλάβω. Καθώς ετοιμαζόμουν για τον δρόμο προς την Κόλαση, το πεδίο της Μάχης, εκεί που δεν υπάρχουν ίχνη Ανθρωπιάς, ένας ιδιόρρυθμος θόρυβος ακούστηκε. Έπιασα ταχύτατα κι ασυναίσθητα το όπλο μου, κοιτάζοντας επίμονα προς τα δέντρα. Εμφανίστηκε ένας άντρας. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σήκωσα το σιδερικό και τον σκότωσα. Όταν τον είδα να σωριάζεται στο έδαφος, να σπαράζει απ’ τον πόνο, τύψεις με κυρίευσαν. Κι αμέσως άρχισα να τρέχω. Το μυαλό μου είχε θολώσει. Έτρεχα για ώρες. Τα πόδια μου πονούσαν, δεν άντεχα άλλο. Κι όμως, γύρισα πίσω στον στρατιώτη, αυτόν που σκότωσα χωρίς δισταγμό. Όταν έφτασα στη βρυσούλα, ήταν ακόμα εκεί, ξαπλωμένος με το χέρι του πάνω στην πληγή. Το γρασίδι ήταν πλημμυρισμένο απ' το αίμα του. Σιγά-σιγά τον πλησίασα κι άρχισα να του μιλάω, να του λέω πόσο λυπάμαι, πως δεν το ήθελα, πως έχασα την ψυχραιμία μου, πως έχασα τον εαυτό μου, πως... πως. Μιλούσα αδιάκοπα, κλαίγοντας, θρηνώντας δεν ξέρω για τι πρώτα: την αδικοχαμένη του ύπαρξη ή τη «καταζητούμενη» ανθρωπιά μου. Του μιλούσα για ώρα πολλή, έστω κι είχε ήδη φύγει, έστω κι αν ήξερα πολύ καλά πως πια δε μ' άκουγε ούτε εκείνος ούτε ο ίδιος ο Θεός!

Συνομιλώντας2 με «Λήθη» & «Φωνές»

Λ. Μαβίλης & Κ. Καβάφης: Α) «Στιγμές» Μοναδικές στιγμές κι αγαπημένες εκείνων που έφυγαν, ή εκείνων που είναι για μας στο παρελθόν σαν τ...