31 Jan 2024

Μυθοπλασία2 με αφετηρία την Εικόνα»

 
Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Μια μέρα ξεχωριστή, μια μέρα που ποτέ δεν θα ξεχάσω, μ' έναν τρόμο που σου φέρνει κρύο ιδρώτα κι έπειτα σε παραλύει.
Μια όμορφη μέρα τ' Αυγούστου, συγκεκριμένα
ανήμερα της Παναγιάς. Ξεκινήσαμε μια εκδρομή με προορισμό την Κρήτη. Από το βράδυ της Κυριακής όλοι ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς. Τη Δευτέρα το πρωί κατευθυνόμαστε προς το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, για την πτήση μας. Είμαστε μαζί όλη η οικογένεια: ο Πατέρας, η Μητέρα, εγώ κι η αδερφή μου. 
    Προς το αεροδρόμιο κάνουμε αναγκαστικά μια στάση, δεξιά στον δρόμο, γιατί η αδερφή μου δεν νιώθει καλά. Νιώθει κάτι να την πνίγει, κάτι ανεξήγητο, λέει. Ο πατέρας της δίνει λίγο νερό και κάτι, για να φάει, μήπως της περάσει. Λίγο πριν φτάσουμε, νιώθει καλύτερα κι αποκοιμιέται. Κι εμείς παύουμε πλέον ν' ανησυχούμε. Στο αεροδρόμιο, πάμε για να ζυγίσουν τις βαλίτσες και να ελέγξουν τα εισιτήρια μας. Εκείνη τη στιγμή ακούγεται από το  μεγάφωνο μια ανακοίνωση πως η πτήση 674 για Κρήτη, των 12 το πρωί ακυρώνεται. Λόγω πρόσκρουσης του προηγούμενου σκάφους σ' ένα βουνό. Έτσι προκύπτει τρίωρη αναμονή στο αεροδρόμιο, μια κι η επόμενη πτήση είναι προγραμματισμένη για τις τρεις το μεσημέρι. Έτσι μένουμε καθισμένοι, στους χώρους του αεροδρομίου, περιμένοντας μ' ανυπομονησία την πτήση μας. 
    Εγώ, όμως, δεν ήθελα να έρθει αυτή η πτήση ποτέ. Ήξερα, το προαισθανόμουν πως αυτή η πτήση δεν θα είχε αίσιο κι ευτυχές τέλος. Σκεφτόμουν πολλά, χιλιάδες σκέψεις τριβίλιζαν στο κεφάλι μου. Κι όλα έμοιαζαν αρνητικά. Τίποτα θετικό δεν περνούσε απ' τον νου μου. Είχε πάει ήδη τρεις παρά τέταρτο. Κατευθυνόμαστε στον γκισέ, για να ελέγξουμε τα εισιτήρια. και Τρεις και τρία βρισκόμαστε στις θέσεις μας και τρεις και δέκα πετάμε για Κρήτη. 
    Στο σημείο αυτό οι φόβοι μου αποκτούν σάρκα και οστά, μοιάζουν να βγαίνουν αληθινοί. Στο αεροπλάνο χάνεται ο έλεγχος, παθαίνουμε βλάβη κι ο πιλότος διαπιστώνει πως έχουμε χαλασμένη τη δεξιά τουρμπίνα. Μας ενημερώνει απ' το μεγά-φωνο πως το προσωπικό εργάζεται πυρετωδώς. Προετοιμάζει την αναγκαστική προσγείωση του σκάφους. Κι εμείς οφείλουμε να παραμείνουμε ψύχραιμοι κι έτοιμοι  για όλα. Τη στιγμή εκείνη το αεροπλάνο αναταράσσεται και χωρίζεται στα δύο. Ακαριαία αρχίζει η πτώση μας κι όλοι τσιρίζουν πανικόβλητα!  Εγώ, όμως, κλείνω τα μάτια και προσεύχομαι. Καθώς πέφτουμε, εμφανίζεται σαν όραμα η Παναγία και μου ψιθυρίζει το εξής: «Μην ανησυχείς!» Οπότε απλά άφησα το σώμα μου να πέσει στο κενό.
Όταν ξανάνοιξα τα  μάτια, βρισκόμουν με την οικογένεια στο ξενοδοχείο, που είχαμε κλείσει για διαμονή στην Κρήτη. Διηγήθηκα στη μητέρα τι είχα ζήσει και δει. Μου είπε ότι το ίδιο συνέβη και σε εκείνη.  «Ξέρεις; Από θαύμα ζούμε! Η Παναγιά μας έσωσε, επειδή είναι Δεκαπενταύγουστος, η μέρα της Παναγίας!» 
   Έτσι -έναν μήνα αργότερα από το ατύχημα, που για ορισμένους κατέληξε δυστύχημα με κόστος ζωής- εμείς τα αφήσαμε όλα πίσω μας. Ήμασταν πια σώοι και αρτιμελείς, απόλυτα υγιείς. Οπότε, στη συνέχεια, κοιτάξαμε να περάσουμε όμορφα, απολαμβάνοντας το υπόλοιπο διάστημα των διακοπών μας στο  πανέμορφο νησί των Κρητών. Βεβαίως, κανείς μας δεν ξέχασε κι ούτε πρόκειται ποτέ του! Κι αυτό γιατί, δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεχάσει κάποιος μια τόσο οδυνηρή εμπειρία!
(Γ.Μ.)

29 Jan 2024

«Μυθοπλασία1 με αφετηρία την Εικόνα»

Χειμώνα  έχουμε!  Χειμώνας  σημαίνει  κρύο.  Παγωνιά!  Σημαίνει  θλίψη και  χουχούλιασμα μέχρι τέλους. Να βλέπεις  τηλεόραση ή  κάποια ωραία ταινία με την παρέα σου. Σημαίνει έξω να χιονίζει. Τα σχολεία να είναι κλειστά, να βγαίνεις με τ' αδέλφια σου, να παίζετε χιονοπόλεμο, που κάθε χρόνο περιμένετε με τόση λαχτάρα και μετά να πίνεις ζεστή σοκολάτα με τους κολλητούς σου. Χειμώνας σημαίνει πολλά. Αλλά για εμένα κυρίως σημαίνει δύο πράγματα: κρύο και ιώσεις! Κάθε χρόνο στον 3ο όροφο, έβδομη πόρτα δεξιά, το δωμάτιο με το νούμερο 084 έχει καταντήσει το στέκι μου! Απ' την μια δεν έχω ιδιαίτερο θέμα, γιατί χάνω το αντιπαθέστατο σχολείο. Αλλά απ' την άλλη, τι να πω; Ε, βαριέμαι διαρκώς μόνη! 
Οι γονείς μου δεν έρχονται συχνά στο δωμάτιο. Είμαι, λοιπόν, μόνη. Και κάθομαι να κοιτάω τα ντουβάρια. Εκτός απ' όταν έρχεται η κυρία Βούλα, η καθαρίστρια, άμα έχει χρόνο. Ή, όταν έρχεται ο παιδικός φίλος και ξάδερφος, ο Νίκος. Ο Νικ είναι αυτός που κυριολεκτικά με μεγάλωσε.  Στην κυριολεξία, επειδή η μάνα κι ο πατέρας ποτέ δεν είχαν λίγο χρόνο για την κόρη τους. Αλλά ούτε αυτό μ' ενοχλεί, επειδή με τον Νίκο περνούσα ωραία. Θυμάμαι, πριν μπω στο νοσοκομείο, που με ξυπνούσε νωρίς πάντα, για να προλαβαίνω να βλέπω το παιδικό πρόγραμμα, προτού το σχολείο. Θυμάμαι που, όταν μας φώναζε η γιαγιά για το συνηθισμένο πλύσιμο της βεράντας, εμείς παίζαμε μπουγέλο. Που, όταν ήμουν άρρωστη μου έφερνε τη ζεστή μου σοκολάτα και την αγαπημένη μου ταινία. Που την πρώτη φορά που είχα γενέθλια -κι ήμουν στο νοσοκομείο- μου έκανε πάρτυ έκπληξη, εκεί μέσα. Βέβαια, όταν ήμουν μικρή, ποτέ δεν περίμενα ότι μεγαλώνοντας θα κάνω πάρτυ γενεθλίων με το προσωπικό ενός νοσοκομείου. Τελοσπάντων, είχε πολύ πλάκα! Και μου λείπει. Θα τον δω, όμως, σε λίγες μέρες, γιατί έχω τα γενέθλιά μου και σίγουρα θα έρθει από εδώ. 
    Το μόνο κακό είναι ότι καίω απ' τον πυρετό και  μπαίνω αύριο για εξετάσεις. Άμα μάθει η μαμά ότι είμαι μέσα, δε θ' αφήσει τον Νίκο ούτε να μπει στο δωμάτιο μεθαύριο. Αλλά ας κάνω θετικές σκέψεις! «Χρόνια πολλά!» Σήμερα έχω γενέθλια και ναι, δυστυχώς είμαι άρρωστη. Αλλά οι γονείς μου δεν έχουν έρθει ακόμη. Οπότε, άμα τους προλάβει ο Νίκος, ελπίζω πως θα μιλήσουμε λίγο. Προς το παρόν, θα ξαπλώσω λίγο, επειδή ζαλίζομαι. Κάποιος χτυπάει την πόρτα μπαίνει μέσα κι είναι ο Νίκος! Ευτυχώς πρόλαβε τους γονείς μου! Ο χρόνος κυλούσε κι εμείς μιλούσαμε, γελούσαμε, μέχρι που ξαναχτύπησε η πόρτα. Ήταν η μαμά μου. Ντυμένη στα μαύρα. Έκλαιγε και σταματημό δεν είχε. Μου λέει: Έφυγες μαζί με τον Νίκο, εγώ της εξηγώ ότι είναι μπροστά της αλλά τίποτα. Αυτή κάνει λες και δεν με ακούει. Εγώ αρχίζω να νευριάζω. Σηκώνομαι και πάω να της κάνω μια αγκαλιά, για να σταματήσει να κλαίει, αλλά τίποτα. Λες κι είμαι φάντασμα. Μετά από λίγα λεπτά μπαίνει κι ο μπαμπάς μέσα, μ' έναν σωρό γιατρούς να τον ακολουθούν. Παίρνει τη μαμά αγκαλιά κι απομακρύνονται. Οι γιατροί παίρνουν το κρεβάτι μου. Κοιμάται επάνω ένα κορίτσι, που μου μοιάζει. Πολύ! Ο Νίκος γυρίζει και μου χαμογελά. Με πιάνει απ' το χέρι, για να πάμε μια βόλτα, μια μεγάλη βόλτα. Ακριβώς, όπως όταν ήμουνα μικρή. Και προχωράμε προς το Φως! Μαζί! (Α.Κ.)

23 Jan 2024

«Ταξίδι στην αρχαιότητα»


Κάποτε 
βγαίνοντας, να πάρω το λεωφορείο για το σχολείο, είδα ένα περίεργο όχημα. Τέτοιο δεν είχα ξαναδεί στον πλανήτη μας. Πλησίασα. Ρώτησα που πάει κι εκείνοι μου απάντησαν: 
- Στην αρχαιότητα! Θέλεις να έρθεις μαζί μας;    
-Μα, έχω σχολείο.
-Μην ανησυχείς! Όλα είναι κανονισμένα. 
-Τι εννοείτε; 
-Μπες μέσα και θα καταλάβεις!
Προχωρώντας στο εσωτερικό του παράξε-νου οχήματος, είδα τους συμμαθητές μου να κάθονται παρέα με την καθηγήτρια της Βιολογίας. Παρακολουθούσαν ένα βίντεο, που προειδοποιούσε πως το ταξίδι είναι  πολύ επικίνδυνο, αλλά ταυτοχρόνως πρωτότυπο κι εντυπωσιακό. Η ώρα κυλούσε και -χωρίς να το καταλάβω- φτάσαμε σ' ένα νησί, τη Σάμο. Εκεί μας υποδέχτηκε ο Σύλλογος Αυτοδυτών Σάμου. Αρχικά μας διάβασαν ένα κείμενο για ό, τι θα αντικρίζαμε στον βυθό. Κατόπιν μας έντυσαν όλους τους μαθητές και την καθηγήτρια μας με τις κατάλληλες στολές. Έπειτα ένας ένας βουτήξαμε στη Θάλασσα. Στον πάτο της αντικρίσαμε ένα θέαμα μαγευτικό! Αρχαία αγάλματα, εντυπωσιακά σμιλεμένα στα ωραιότερα σχήματα, μεγέθη και χρώματα. Τα φωτογραφίσαμε όλα και κάποια τα πήραμε μαζί μας, φεύγοντας. Τα περισσότερα, τα πιο σημαντικά τα παραδώσαμε στην αρχαιολογική υπηρεσία, για να τα αναδείξει ως εθνική πολιτισμική μας κληρονομιά. Μετά οι αρχαιολόγοι μας έδωσαν από έναν έπαινο για την προσφορά μας και μας χάρισαν μικρά αντίγραφα σημαντικών έργων. Στην συνέχεια εγώ, οι συμμαθητές κι η καθηγήτρια μας, πήραμε όσα αγάλματα είχαμε κρατήσει για μας και τα τοποθετήσαμε σε μια όμορφη προθήκη στο κεντρικότερο σημείο του σχολείου. Διαλέξαμε τον χώρο, για να προστατεύονται από κλοπή ή φθορά. Να μη τα πάρουν, αλλά και να μην σπάσουν.Γυρίζοντας στο σπίτι διηγήθηκα στους γονείς μου όλες τις λεπτομέρειες αυτού του όμορφου και τόσο ξεχωριστού ταξιδιού. Αρχαιότητα κι αγάλματα θα μου μείνετε αξέχαστα στην μνήμη!!! (Ν. Ε.)


«''Συνομιλώ'' με σκίτσο του ΚΥΡ»

 
Άσκηση: Είσαι το πουλί στο σκίτσο. Γράψε τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου (σε α' πρόσωπο)

1οΟι σταγόνες πετρελαίου κυλάνε σα δάκρυα πόνου ή εκδίκησης στο περιβάλλον μου! Η θάλασσα -που πάντοτε υπήρξε πηγή ζωής, εξέλιξης για όλους μας- τώρα πλημμύρισε με θλίψη, φιλοξενεί μόνο πένθος! Είναι απίστευτο πόσο η ρύπανση απειλεί τη φύση και πόσο πολύ μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο μας! Με κυριεύει η ανάγκη να προστατεύσω αυτό που αγαπώ. Σκέφτομαι την απειλή για κάθε ζωντανό πλάσμα. Ταυτόχρονα νιώθω την αδυναμία της φύσης να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Και στον πόνο αυτόν ψάχνω για φως. Ελπίζοντας σε μια αλλαγή προς το
καλύτερο! (Σ. Μ.)

2ο:  Στη μικρή αυτή επιφάνεια στέκομαι, κάθομαι και κοιμάμαι εδώ και τρεις μέρες. Δεν ξέρω πια ποιος είμαι, δεν έχω πού να πάω, σε ποιον ν' απευθυνθώ. Με ακούτε; Ει, εσείς εκεί, οι δυνατοί. Πού είστε; Ρημά-ξατε και δολοφονήσατε τον κόσμο μου! Με ποιο δικαίωμα;
    Τι υπήρχε εδώ πριν τον πόλεμο; Δε ξέρω πια! Ήταν μια πολυκατοικία, ένα σχολείο; Νοσοκομείο ή ξενοδοχείο; Τίποτε δεν είναι το ίδιο. Μου λείπει πολύ η ζωή μας παλιά! Όλα παντού, δίπλα μου και μακρύτερα μοιάζουν διαφορετικά. Μαζί και η ζωή μας. Τη διαλύσατε! Όλα μαύρα, κατάμαυρα, ως και το σώμα μου! 
 Έχουν φύγει σχεδόν όλοι, οι περισσότεροι. Όμως εγώ ακόμη εδώ. Περιμένω, ελπίζω, προσπαθώ! Φύγανε να σώσουν το τομάρι τους. Κι εγώ μένω να φυλάω τα συντρίμμια των σπιτιών τους. Δεν θέλω να φύγω, να εγκαταλείψω κι εγώ! Για ποια Ειρήνη μας μιλάτε; Με μία κίνηση, μέσα σε πέντε μέρες όλα τα μαθήματα της ειρήνης σας εξαφανίστηκαν. Τα μετατρέψατε σ' ερείπια και σκόνη βαριά, πνιγηρή. Τα πλήγματα περισσότερα από ποτέ. Πότε και πώς θα φτιαχτούν ξανά όλα αυτά; Δεν βλέπω πια μέρα άσπρη, δε βλέπω φως, ελπίδα δε νιώθω κοντά! Δε ζητάω πολλά. Η μήπως τελικά ζητάω; Πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η Ειρήνη μας τελικά; (Γ.Ο)

3ο: Νιώθω τελείως εξαντλημένο. Όλα γύρω μου καταρρέουν, όλα γκρεμίζονται. Τα πάντα γύρω είναι θαμμένα κάτω απ' το πετρέλαιο, την ασυδοσία, τη θλίψη και την κακία. Προσπαθώ μονάχο μου, αγωνίζομαι να βγω από τούτο το τούνελ. Θέλω να βρω το φως, την Ειρήνη και την Αγάπη. Όλο αυτό το μίσος κι η μαυρίλα δεν αντέχεται τριγύρω, ούτε μέσα μου. Δεν έχω ελπίδα επιβίωσης! Θα προσπαθήσω, όμως. Για το καλύτερο! Στάζω πετρέλαιο και είμαι μόνο μου. Όλοι οι άλλοι έχουν παρατήσει την πατρίδα που καταρρέει ή έφυγαν από τούτον τον δύσμοιρο τόπο τρέχοντας, άνθρωποι και ζώα. Αλλά εγώ δε θέλω να φύγω! Κουράστηκα να βλέπω τους άλλους ν' εγκαταλείπουν τον αγώνα, τη χώρα, τη ζωή τους Θέλω να ζήσω ειρηνικά, συντροφικά, χωρίς αγωνία για το αύριο.
Θέλω απλώς όλα να γίνουν όπως παλιά, πριν τον καταραμένο αυτόν πόλεμο! Θέλω πίσω την Ειρήνη μου! Αυτή που μου κλέψατε, καταραμένοι... (Κ.Α.)

14 Jan 2024

Συνομιλώντας2 με το ποίημα «Θερμοπύλες» του Κ.Καβάφη

Β) 1. «Τρoία»
Ελευθερία σ' εκείνους που στη ζωή τους βοήθησαν και νίκησαν στην Τροία. Ποτέ από το μίσος μη κινούντες κι ατρόμητοι σε όλες των τες μάχες, 
αλλά με φόβο κιόλας και αλαζονεία. Δύσκολοι οσάκις είναι πολεμιστές, κι 
όταν είναι άρχοντες, πάλι εις μικρόν δύσκολοι. 
Προσπαθώντας πάλι όσο μπορούνε, πάντοτε στη μάχη νικώντες, πλην χωρίς φόβο γι' αντιπάλους. Και 
πιότερη ελευθερία τους πρέπει, 
όταν λένε (και πολλοί λένε)
πως ο Αχιλλέας θα φανεί στο τέλος,
κι οι Τρώες επιτέλους θα χαθούνε. (Α.Σ)
2. «Το βραβείο»
Βραβείο σ' εκείνους που στη ζωή τους
την αγάπη εμπιστεύτηκαν. Από κακό 
ποτέ τους μη κινούντες, έμπιστοι, αγαπητοί σ' όλες τις επιλογές, 
αλλά με χάρη κιόλας κι ευχαρίστηση. 
Θαρραλέοι οσάκις είναι λυπημένοι 
κι όταν είναι χαρούμενοι πάλι εις μικρόν θαρραλέοι. Πάλι βοηθούν όσο μπορούνε. Πάντοτε ευαισθησία εκφράζουν, πλην δίχως κακία για τους πενέστερους.
Και περισσότερα βραβεία χρειάζονται,
όταν βοηθάνε (και πολλούς βοηθάνε)
η αλήθεια να φανεί στο τέλος 
κι οι αμαρτωλοί επιτέλους να γιατρευτούν. (Ε Λ.-Δ.Κ.)
3. «Δάση»
Τιμή σ' εκείνους που στη ζωή τους 
όρισαν και φυλάγουνε τα Δάση. 
Ποτέ από το κέρδος μη κινούντες, 
καρπούς και φύλλα στις εποχές 
να έχουν, αλλά νερό κιόλας κι ήλιο 
και φροντίδα. Οσάκις και αγάπη, όταν είναι σε κίνδυνο κι όταν δεν είναι
πάλι να βοηθούμε και πάντοτε 
να κάνουμε ό,τι μπορούμε, 
πλην χωρίς πόθο γι' ανταμοιβή.
Και περισσότερη φροντίδα τους πρέπει, όταν πεθαίνουν (και πολλοί δε βοηθούν).
Κι ίσως ο ξεριζωμός ν' αποφευχθεί 
στο τέλος και τα δάση επιτέλους 
να γαληνεύσουν. (Π.Ε.)
4. «Χαρά»
Χαρά σ' εκείνους που στη ζωή των φίλων 
ή των κολλητών είναι πάντα δίπλα.
Ποτέ απ' το δίκιο μη κινούντες, μα λέγοντες την ουσία, την αλήθεια 
σ' όλους τους ανθρώπους.
Αλλά με στενοχώρια κιόλας και γενναιοδωρία το παραδέχονται 
οσάκις είναι άδικοι, κι όταν είναι 
δίκαιοι, πάλιν εις μικρόν υποστηρίζουν 
τους αδικημένους. Πάλι δωρίζουν όσο μπορούν την αγάπη στα παιδιά, πλην χωρίς αντάλλαγμα για τους φτωχούς.
Και περισσότερη χαρά τους πρέπει
όταν υποστηρίζουν (και πολλοί υποστηρίζουν) πώς η αλήθεια θα φανεί 
στο τέλος, κι οι άδικοι επιτέλους θα διαβούνε. (Ό.Κ-Α.Γ.)
5. «Η Αλήθεια και το ψέμα»
Πόνο σ' εκείνους που στη ζωή των αδίκησαν και πλήγωσαν κόσμο. 
Ποτέ από αλήθεια μη κινούντες. 
Άδικοι υπάρχουν σ' όλες τις κοινότητες, αλλά με φόβο κιόλας ή και τρόμο. 
Δειλοί οσάκις είναι φτωχοί, κι όταν 
είναι πλούσιοι, πάλι εις μικρόν δειλοί, 
πάλι κρατιούνται εν ζωή, όσο μπορούνε,
πάντοτε με το ψέμα να κυριαρχεί. 
Πλην χωρίς αγάπη για αλήθεια.
Και περισσότερος πόνος τους πρέπει, 
όταν μπορούν να λένε ψέματα πως ο Ψεύτης θα φανεί στο τέλος κι ως 
αληθινός επιτέλους θα διαβεί. (Κ.Ε.-Γ.Σ)
6. «Στην υγειά εκείνων που αγάπησαν»
Στην υγειά εκείνων που στη ζωή
τόλμησαν και προσπάθησαν πολύ.
Ποτέ απ' ανάγκη μη κινούντες, μ' ακρίβεια και πίστη σ'όλη την πορεία. αλλά με άγχος κιόλας και φόβο μικρό. 
Ερωτευμένοι οσάκις είναι πολλοί, κι όταν είναι λίγοι, πάλι εις μικρόν ερωτευμένοι. Πάλι διεκδικούν όσο μπορούνε, πάντοτε μιλούν με την καρδιά, πλην χωρίς αδιαφορία για τους άλλους εστί,
Και περισσότερη υγεία τους πρέπει,
όταν κηρύσσουν (και πολλοί κηρύσσουν) πως η αγάπη θα φανεί στο τέλος και το μίσος επιτέλους θα πεθάνει. (Σ.Κ.)
7. «Στους σκοτωμένους»
Σεβασμός σ' εκείνους που στη ζωή τους πολέμησαν κι έχουν άδικα σκοτωθεί.
Ποτέ απ' τη μάχη μη παραιτηθέντες, σωστοί κι ισότιμοι σ' όλες των 
τις πράξεις, αλλά με στενοχώρια 
κιόλας και εμπάθεια. Χτυπημένοι κάποτε, όταν ρισκάρουν κι όταν γλυτώνουν 
πάλι βοηθάνε όσο γίνεται. Πάντοτε συμπαρίστανται οι πολεμιστές, ο ένας 
στον άλλον, χωρίς κακία ή μίσος 
για τους αντιπάλους. Και περισσότερος
 σεβασμός σ' αυτούς που χάθηκαν 
ηρωϊκά (και πολλοί είναι αυτοί)
που το 'ξεραν πως στο τέλος θα 
πεθάνουν, μα από τον κόσμο 
τούτο δεν παραιτήθηκαν. (Δ.Ν.)


13 Jan 2024

Συνομιλώντας1 με το ποίημα «Θερμοπύλες» του Κ.Καβάφη


Α)

1.«Σκληρότητα»
Ευγνωμοσύνη σ' εκείνους που στη ζωή κατάφεραν και νίκησαν μια δύσκολη
συνθήκη.
Ποτέ από φόβο δεν το βάζουν κάτω, ανδρείοι σ'όλα τα εμπόδια,
αλλά μ' ευγένεια κιόλας και σκληρότητα. Αγωνιστές όποτε συναντούν δυσκολίες
κι όταν έχουν τη δυνατότητα, πάλι εις μικρόν αγωνιστές, πάλι συμπαρίστανται σε άλλους, όσο μπορούνε,
πάντοτε λένε την ιστορία τους, πλην των ολίγων θετικών  που τους συνέβησαν.
Ευγνωμοσύνη, εύχονται για ένα μέλλον φωτεινό, συναντώντας εμπόδια ακόμη, που εκλείπουνε εν τέλει, κι οι ελπίδες 
τους επιτέλους θ' ανθίσουν. (Μ.Α.)
2. «Μετανάστης»
Θλίψη σ' εκείνους, που στη ζωή τους καταραμένοι ή μόνοι έφυγαν, αδίκως. 
Ποτέ γλυκιά, όμορφη μέρα δεν αντίκρισαν. 
Μόνοι κι άστεγοι σ' όλες των τις πράξεις, αλλά μ' ελπίδα κιόλας ή ανασφάλεια. 
Τυχεροί οσάκις φάνε, κι όταν μείνουν νηστικοί, πάλι εις μικρόν τυχεροί.
Που ζήσανε. Νηστικοί πάλιν θα μείνουν,
όσο αντέξουν. Πάντοτε την πατρίδα αναπολούν, πλην έχουν άγνοια του κόσμου, που τους μέλλεται. 
Και περισσότερη θλίψη ή συμπόνοια 
τους πρέπει, όταν είναι παιδιά (πολλά 
χωρίς γονείς), αφού αθώοι υπήρξαν πάντοτε. Κι οι ελεήμονες αργούν 
πολύ να φτάσουν. (Ε. Μ.)
3. «Ανάμνηση»
Σεβασμός, σ' εκείνους που στη ζωή 
μας καθοδηγούν, μας προστατεύουν 
από καθετί κακό. Ποτέ δεν μας 
παράτησαν. Αμερόληπτοι και κριτές 
σ' όλες τες πράξεις, αλλά με ευχαριστία κιόλας και εμπάθεια. 
Προστατευτικοί, οσάκις είναι καλά
κι όταν δεν είναι, πάλι εις μικρόν 
σεβάσμιοι. Πάλι όλους σέβονται, 
όσο μπορούνε. Πάντοτε αυτοί στοργή 
για εμάς θα έχουν, πλήν 
χωρις εξαίρεση για τους αμαρτωλούς. 
Και πιότερος σεβασμός τους αξίζει, 
όταν πεθάνουν ένδοξα
(και πολλοί πεθάναν έτσι),
γιατί η αξία θα φανεί στο τέλος
και, προστατεύοντας μας, 
επιτέλους θα σωθούμε. (Ν. Σ.)
4. «Η Αγάπη για τους γονείς»
Αγάπη σ' εκείνους που τη ζωή τους αφιέρωσαν, να μας φροντίζουν, να μας νοιάζονται.
Δε σταμάτησαν ποτέ να μας αγαπούν 
κι όταν ήμασταν ανυπάκουοι στες πράξεις. Με βαριά καρδιά κιόλας ή σκληρότητα, οσάκις ήταν αυστηροί. Κι όταν μαζί μας δίκαιοι στέκονταν, πάλι εις μικρόν σωστά κι ώριμα φέρονταν. Μπορούνε πάντα έτσι να μας μεγαλώνουν, πλην δίχως ασέβεια 
ή νευρικότητα για τα παιδιά τους. 
Και περισσότερη αγάπη γι' αυτούς που, όταν ήμασταν θλιμμένοι, μας δείχνανε 
πως θα 'ναι πάντα δίπλα μας. Τούτο θ' αποδειχθεί στο τέλος κι εκείνοι είναι που αξίζουν τελικά να ονομάζονται Γονείς.
(Ν.Μ.)
5. «Οι προδότες»
Μίσος σ' εκείνους που στη ζωή τους πρόδωσαν την Πατρίδα. Πάντα απ' τη ζήλια κινούνται. Κακοί και μοχθηροί σ' όλο τους το έργο. αλλά και με μεγάλη καταστροφή. Πονηροί θα μείνουν, οσάκις πλουτίσουν κι αν φτωχοί γίνουν, πάλι πονηροί, ξανά κακοί και μίζεροι όσο μπορούν. Πάντοτε το συμφέρον τους ομιλούνε, μ' άπειρο μίσος για τον κόσμο.
Και περισσότερο μίσος τους πρέπει, όταν μετά από καιρό, αδύναμοι φανούν στο τέλος και τη βοήθεια της πατρίδας 
επιτέλους θα ζητήσουν. (Μ.Κ.)
6. «Χαρά και λύπη»
Χαρά σ' εκείνους που στη ζωή ανθρώπων και πουλιών παίρνουν θέση. Ποτέ από τη λύπη μη κινούντες, άδικοι κι άνισοι σ' όλες τες προσδοκίες, αλλά με χαρά κιόλας κι ευτυχία. Δέχονται οσάκις είναι φτωχοί, κι όταν είναι πλούσιοι, πάλι εις μικρόν δέχονται. Πάλι χαίρονται όσο μπορούνε,
πάντοτε έχουν καλή ψυχή, 
πλην χωρίς αγένεια για τους εχθρούς.
Και περισσότερο η χαρά τους πρέπει, όταν κοιτάζουν (και πολλοί κοιτάζουν)
 πως ο τρόμος θα φανεί στο τέλος.
Κι οι Έλληνες επιτέλους θα διαβούνε! (Χ.Ε.-Κ.Ε.)
7. «Στους υπηρετήσαντες»
Σεβασμός σ' εκείνους που στη ζωή των τίμησαν κι υπηρέτησαν πατρίδα. 
Ποτέ την πίστη τους μη χάσουν! 
Άριστοι να ' ναι σ' όλες των τες πράξεις, αλλά με θλίψη κιόλας κι ακεφιά. Χαμογελαστοί οσάκις είναι φιλόδοξοι, κι όταν είναι λυπημένοι πάλι εις μικρόν χαμογελούν, πάλι θετικοί είναι όσο μπορούνε. Πάντοτε στην υγειά σου 
θα ευχηθούν, πλην την αγάπη σου 
για την ζωή δε συμμερίζονται.
Και περισσότερος σεβασμός σ' όσους ποθούν (και πολλοί ποθούν) η Ειρήνη 
να φανεί στο τέλος κι οι πόλεμοι 
επιτέλους να εκλείψουν! (Δ.Μ.)








9 Jan 2024

Μοναχικό παιδί6 & 7»

 
6ο:
Αυτή είναι η Λένια Κουταλοπούλου, δεκατριών χρονών. Είναι ένα κορίτσι που ζει με την οικογένεια της σ' ένα χωριό στην περιοχή της Ημαθίας. Η Λένια ήταν ευτυχισμένη μέχρι που της είπαν ότι έπρεπε να μετακομίσουν σε μία άλλη πόλη, οπότε θα έχανε όλους τους φίλους της.
    Οι γονείς της Λένιας της ανακοίνωσαν πως ήταν ανάγκη να πάνε αλλού, να μετακομίσουν, γιατί είχαν δώσει στον μπαμπά της μία καλύτερη δουλειά, με  περισσότερα χρήματα. Οι γονείς της το σκέφτηκαν, πριν πάρουν την απόφαση, αν θα πάνε τελικά. Αποφάσισαν, λοιπόν, να πάνε μια κι ήταν μεγάλη ευκαιρία για την καριέρα του!
    Η Λένια, όταν της το ανακοίνωσαν, ξέσπασε κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Το είπε άμεσα στους φίλους της! Κι αυτοί -με τη σειρά τους- δεν ήθελαν καν να το πιστεύσουν. Άρχισαν να κλαίνε γοερά, το σκέφτηκαν -ξανά και ξανά- πολύ καλά και συζήτησαν με τους γονείς τους. Έπειτα οι φίλοι με τους γονείς πήγαν επίσκεψη στους δικούς της. Τους μίλησαν με επιχειρήματα, τους μετέφεραν νέες, ενδιαφέρουσες επαγγελματικές προτάσεις και κατάφεραν να τους πείσουν να μείνουν. Έτσι η Λένια ήταν και πάλι πολύ ευτυχισμένη!
 
7ο: Ζούσε κάποτε η Μαρία, που ήταν δέκα ετών. Δεν έχει οικογένεια, ζούσε στο Άμστερνταμ κι ήταν απίστευτα λυπημένη, επειδή ζούμε σ' ένα μικρό, πολύ μικρό χώρο, που ελάχιστα έμοιαζε με σπίτι. Μόλις είχε ξημερώσει η αυγή του 1985 μ.Χ. Το βασικό της πρόβλημα ήταν πως δεν είχε δικούς της ανθρώπους, δεν είχε ούτε καν φίλους. Ζούσε σ' ένα μικρό δωμάτιο ενός ξενοδοχείου δευτέρας κατηγορίας. Την έλεγαν Μαρία Δελιοπούλου και κινδύνευε να την αναλάβει η Πρόνοια. 
    Μια μέρα βγήκε από το ξενοδοχείο και πήγε στο γήπεδο να παίξει μπάλα, γιατί ήταν το μόνο μέρος που την ξεκούραζε. Μόλις έφτασε, είδε κάποια παιδιά να παίζουν βόλεϊ στο διπλανό γήπεδο. Πήγε να τους γνωρίσει, αλλά αυτοί δεν ήθελαν να της μιλήσουν, γιατί δεν την ήθελαν στην παρέα τους. 
    Στενοχωρήθηκε τόσο πολύ που έφυγε λυπημένη, τρέχοντας απεγνωσμένα προς το δωμάτιό της. Έκλεισε την πόρτα και κοιμήθηκε μέχρι το άλλο πρωί. Ξαφνικά  ακούστηκε η πόρτα. Πετάχτηκε από το κρεβάτι της και πήγε να δει ποιος είναι. Μόλις άνοιξε, είδε τα χθεσινά παιδιά που την είχαν διώξει. Ξαφνιάστηκε! Της ζήτησαν συγγνώμη και της πρότειναν να μπει στην παρέα τους, αν ήθελε κι αυτή. Το ίδιο απόγευμα πήγαν όλοι μαζί στο γήπεδο, να παίξουν μπάλα.
    Από εκείνη τη μέρα κι έπειτα η ζωή της Μαρίας άλλαξε τελείως, αφού απέκτησε πια τους δικούς της ανθρώπους, να τη νοιάζονται και να την φροντίζουν. Τι ευτυχία ήταν αυτή!


Μοναχικό παιδί4 & 5»


4ο: Την λένε Μαριάννα, ζει στο Λονδίνο κι είναι  δέκα χρονών. Βρισκόμαστε στα 1926, η οικογένειά της  ετοιμάζεται να χωρίσει και δεν έχει αδέρφια. 
    Η Μαριάννα είναι πολύ λυπημένη! Δεν της αρέσει η ζωή της, επειδή δεν έχει φίλους να παίζει και κανέναν να την υποστηρίζει. Έτσι βγήκε να κάνει πατίνι μήπως κάνει κάποιον φίλο, αλλά δε βρήκε κανέναν. Καταλήγει να κάθεται και τ' άλλα παιδιά ναι την κοροϊδεύουν. Όταν γυρίζει στο σπίτι, οι γονείς της δεν της δίνουν σημασία, επειδή μαλώνουν διαρκώς. Μετά πηγαίνει στο δωμάτιο της. Διαβάζει ένα παραμύθι για ένα κορίτσι, που στην αρχή δεν της αρέσει η ζωή της, αλλά με μία της ευχή γίνονται όλα όπως τα θέλει. Όταν τελειώνει το παραμύθι, κάνει κι η Μαριάννα μιαν ευχή κι αποκοιμιέται. Στον ύπνο της βλέπει την προγιαγιά της που ήταν νεκρή εδώ και δυο χρόνια. Της δίνει ένα μαρκαδόρο κι εξαφανίζεται. Τότε η Μαριάνα ζωγραφίζει μια πόρτα στον τοίχο και την ανοίγει. Βρίσκεται σ' ένα δάσος. Τα χρώματα κι οι μυρωδιές του αέρα την οδηγούν σ' έναν κόσμο νέο, γοητευτικό, έναν κόσμο που προσφέρει μια καλύτερη ζωή! Σε μία πόλη με πολυ πράσινο, χαρά, αμέτρητο γέλιο και το κυριότερο φίλους, σημαντικούς φίλους! Ξαφνικά χτυπάει το ξυπνητήρι. Ξυπνάει και δεν ακούει πια τις συνηθισμένες φωνές των γονιών της. Παίρνει το πατίνι της, βγαίνει  μια βόλτα και τα παιδιά της περιοχής αρχίζουν να της μιλούν. 
    Ω, πόσο ξεχωριστό το θαύμα! Από τότε η ζωή της είναι δεδομένα καλύτερη κι η ίδια λιγότερο δυστυχισμένη, σχεδόν ευτυχισμένη πια!

5ο: Ζούσε κάποτε σ' ένα δάσος ένα μικρό κορίτσι, η Μίλυ. Είναι 13 ετών και ζει μόνη της, σε έναν πύργο. Το μεγαλύτερο της πρόβλημα, αυτό που τη βασανίζει εδώ και χρόνια είναι πως δεν έχει φίλους κι είναι ολομόναχη! Και πού να τους βρει τους φίλους, όταν ο πύργος βρίσκεται τόσο μακριά απ' όλους; Ποιο παιδί θα τολμούσε να έρθει, για να παίξει σε κάτι τόσο παλιό, που μόνο φόβο μπορούσε να εμπνεύσει;    
    Ξαφνικά μια μέρα, όπως καθόταν στο κρεβάτι της, εμφανίστηκε μια νεράιδα. Από το πουθενά! Η Μίλυ τρόμαξε αρχικά, αλλά στην συνέχεια γνωρίστηκαν και γίνανε κολλητές. Η νεράιδα είχε μαγικές ικανότητες. Με το ραβδί της, μπορούσε να
εμφανίσει διάφορα: πράγματα, ανθρώπους και ζώα. Τα δύο κορίτσια κάθισαν ώρες ατελείωτες, μιλώντας για τα προβλήματα της Μίλυ. 
   Από εκείνη την ημέρα οι δύο κολλητές δεν αποχωρίστηκαν η μια την άλλη! Κι η Μίλυ έγινε επιτέλους ευτυχισμένη!

8 Jan 2024

«Μοναχικό παιδί2 & 3»

2ο: Υπήρχε κάποτε μια χώρα που δεν ήξερε τι σημαίνουν Χριστούγεννα. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πάντα μουτρωμένοι και ποτέ δεν χαμογελούσαν, γιατί απλούστατα δεν ήξερε κανείς τι σημαίνει το γέλιο. Κάποια μέρα μια οικογένεια μετακόμισε εκεί. Σ' αυτή τη θλιβερή χώρα. Αμέσως κατάλαβαν πως αυτή η χώρα δεν έμοιαζε καθόλου με τη χώρα, όπου ζούσαν πουλιά. Μια μέρα ο μπαμπάς της οικογένειας βγήκε από το σπίτι, για να πάει στον φούρνο. Ρωτούσε παντού τους υπόλοιπους κατοίκους, γιατί δεν υπάρχει το πνεύμα των Χριστουγέννων. Πολλοί του έλεγαν πως δεν ξέρουν τι πραγματικά είναι Χριστούγεννα. Τρεις μέρες μετά, ο μπαμπάς της οικογένειας πήγε να μιλήσει στον Δήμαρχο της πόλης. Τον παρακάλεσε να οργανώσει μια συγκέντρωση με τους κατοίκους της πόλης και να παραγγείλει πολλά χριστουγεννιάτικα στολίδια, για να στολίσουν πολλοί μαζί -σαν μια ομάδα- το δέντρο. Αφού στολίσουν, ήθελε να τους μιλήσει για την ιστορία των Χριστουγέννων, τι ακριβώς ήτανε και ποια η ουσία τους. Ο δήμαρχος συμφώνησε και διέταξε να ανοίξουν χριστουγεννιάτικα μαγαζιά. Οι κάτοικοι εξεπλάγησαν, αλλά άρχισαν όλοι να στολίζουν τα σπίτια τους. Και τότε κάτι μαγικό συνέβη: το πνεύμα των Χριστουγέννων ζωντάνεψε ξανά, για άλλη μια φορά! Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς σαφώς καλύτερα!

3ο: Ήταν κάποτε μια χώρα που δεν ήξερε τι σημαίνουν Χριστούγεννα. Μια παραμονή Χριστουγέννων ήρθε ένας νέος κάτοικος στο χωριό. Ήταν ασπρομάλλης, με μεγάλα γένια, μικροκαμωμένος και περίεργος. Μια μέρα ο κυριούλης αυτός στόλισε το σπίτι του με κάτι περίεργα, κόκκινα και πράσινα λαμπάκια. Οι κάτοικοι αναρωτιούνταν το γιατί. Την επόμενη μέρα -Χριστούγεννα πλέον- πήγαν και τον ρώτησαν, για να μάθουν τον λόγο που στόλισε το σπίτι του. Αυτός άνοιξε την πόρτα και τους καλωσόρισε, εξηγώντας τους τι είναι τα Χριστούγεννα και το πνεύμα του. Έτσι έμαθαν πως τα Χριστούγεννα είναι Ευτυχία κι Αγάπη. Δίνουμε αγάπη κι ευτυχία στους
 αγαπημένους μας και παίρνουμε ό,τι 
 αντιστοιχεί στον καθέμας.


«Μοναχικό παιδί1»

1ο: Υπήρχε κάποτε μια χώρα που δεν ήξερε τι σημαίνουν Χριστούγεννα. Σ' αυτήν όλοι οι κάτοικοι ήταν λυπημένοι και κλειστοί άνθρωποι. Δεν έλεγαν ούτε καλημέρα ο ένας στον άλλον. Κι ακόμη χειρότερα: σνόμπαραν ο ένας τον άλλον!        Μια μέρα ένα αγόρι έχασε τον δρόμο του. Έτσι, ψάχνοντας τον δρόμο του, έφτασε σε άλλη πόλη, την παραδιπλανή. Εκεί όλοι οι άνθρωποι ήταν χαρούμενοι. Τι παράξενο! Γύρω τριγύρω έβλεπε φωτάκια με ποικίλα χρώματα, δέντρα στολισμένα με πολύχρωμες μπάλες κι από κάτω τους δώρα πολλά κι ευχές πρωτότυπες.
    Τη στιγμή εκείνη το αγόρι άρχισε να ρωτά: γιατί είναι όλα στολισμένα. Ένα κοριτσάκι του απάντησε πως γιόρταζαν την πιο χαρούμενη γιορτή του χρόνου.   
 Έτσι επέστρεψε στη χώρα του και μίλησε στους γονείς του για τα πάντα. Αυτοί πείστηκαν κι άρχισαν να στολίζουν το σπίτι τους με διάφορα στολίδια και φωτάκια.
 Οι κάτοικοι της χώρας αυτής ξαφνιάστηκαν και ρωτούσε ο ένας τον άλλον τι συμβαίνει και γιατί γίνεται αυτό. Μίλησαν και με το αγόρι του φωτεινού σπιτιού. Αυτό τους εξήγησε τι ακριβώς σημαίνουν τα Χριστούγεννα: πώς όλοι παίρνουν Δώρα και δίνουν Αγάπη τις μέρες αυτές! Κι όλοι άλλαξαν γνώμη αμέσως. 
     Από τότε, ο μικρός έγινε δάσκαλος του Πνεύματος των Χριστουγέννων για τη χώρα του! Χαρούμενες γιορτές, καληνύχτα σας!


Συνομιλώντας2 με «Λήθη» & «Φωνές»

Λ. Μαβίλης & Κ. Καβάφης: Α) «Στιγμές» Μοναδικές στιγμές κι αγαπημένες εκείνων που έφυγαν, ή εκείνων που είναι για μας στο παρελθόν σαν τ...