Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Μια μέρα ξεχωριστή, μια μέρα που ποτέ δεν θα ξεχάσω, μ' έναν τρόμο που σου φέρνει κρύο ιδρώτα κι έπειτα σε παραλύει.
Μια όμορφη μέρα τ' Αυγούστου, συγκεκριμένα
ανήμερα της Παναγιάς. Ξεκινήσαμε μια εκδρομή με προορισμό την Κρήτη. Από το βράδυ της Κυριακής όλοι ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς. Τη Δευτέρα το πρωί κατευθυνόμαστε προς το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, για την πτήση μας. Είμαστε μαζί όλη η οικογένεια: ο Πατέρας, η Μητέρα, εγώ κι η αδερφή μου.
ανήμερα της Παναγιάς. Ξεκινήσαμε μια εκδρομή με προορισμό την Κρήτη. Από το βράδυ της Κυριακής όλοι ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς. Τη Δευτέρα το πρωί κατευθυνόμαστε προς το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, για την πτήση μας. Είμαστε μαζί όλη η οικογένεια: ο Πατέρας, η Μητέρα, εγώ κι η αδερφή μου.
Προς το αεροδρόμιο κάνουμε αναγκαστικά μια στάση, δεξιά στον δρόμο, γιατί η αδερφή μου δεν νιώθει καλά. Νιώθει κάτι να την πνίγει, κάτι ανεξήγητο, λέει. Ο πατέρας της δίνει λίγο νερό και κάτι, για να φάει, μήπως της περάσει. Λίγο πριν φτάσουμε, νιώθει καλύτερα κι αποκοιμιέται. Κι εμείς παύουμε πλέον ν' ανησυχούμε. Στο αεροδρόμιο, πάμε για να ζυγίσουν τις βαλίτσες και να ελέγξουν τα εισιτήρια μας. Εκείνη τη στιγμή ακούγεται από το μεγάφωνο μια ανακοίνωση πως η πτήση 674 για Κρήτη, των 12 το πρωί ακυρώνεται. Λόγω πρόσκρουσης του προηγούμενου σκάφους σ' ένα βουνό. Έτσι προκύπτει τρίωρη αναμονή στο αεροδρόμιο, μια κι η επόμενη πτήση είναι προγραμματισμένη για τις τρεις το μεσημέρι. Έτσι μένουμε καθισμένοι, στους χώρους του αεροδρομίου, περιμένοντας μ' ανυπομονησία την πτήση μας.
Εγώ, όμως, δεν ήθελα να έρθει αυτή η πτήση ποτέ. Ήξερα, το προαισθανόμουν πως αυτή η πτήση δεν θα είχε αίσιο κι ευτυχές τέλος. Σκεφτόμουν πολλά, χιλιάδες σκέψεις τριβίλιζαν στο κεφάλι μου. Κι όλα έμοιαζαν αρνητικά. Τίποτα θετικό δεν περνούσε απ' τον νου μου. Είχε πάει ήδη τρεις παρά τέταρτο. Κατευθυνόμαστε στον γκισέ, για να ελέγξουμε τα εισιτήρια. και Τρεις και τρία βρισκόμαστε στις θέσεις μας και τρεις και δέκα πετάμε για Κρήτη.
Στο σημείο αυτό οι φόβοι μου αποκτούν σάρκα και οστά, μοιάζουν να βγαίνουν αληθινοί. Στο αεροπλάνο χάνεται ο έλεγχος, παθαίνουμε βλάβη κι ο πιλότος διαπιστώνει πως έχουμε χαλασμένη τη δεξιά τουρμπίνα. Μας ενημερώνει απ' το μεγά-φωνο πως το προσωπικό εργάζεται πυρετωδώς. Προετοιμάζει την αναγκαστική προσγείωση του σκάφους. Κι εμείς οφείλουμε να παραμείνουμε ψύχραιμοι κι έτοιμοι για όλα. Τη στιγμή εκείνη το αεροπλάνο αναταράσσεται και χωρίζεται στα δύο. Ακαριαία αρχίζει η πτώση μας κι όλοι τσιρίζουν πανικόβλητα! Εγώ, όμως, κλείνω τα μάτια και προσεύχομαι. Καθώς πέφτουμε, εμφανίζεται σαν όραμα η Παναγία και μου ψιθυρίζει το εξής: «Μην ανησυχείς!» Οπότε απλά άφησα το σώμα μου να πέσει στο κενό.
Όταν ξανάνοιξα τα μάτια, βρισκόμουν με την οικογένεια στο ξενοδοχείο, που είχαμε κλείσει για διαμονή στην Κρήτη. Διηγήθηκα στη μητέρα τι είχα ζήσει και δει. Μου είπε ότι το ίδιο συνέβη και σε εκείνη. «Ξέρεις; Από θαύμα ζούμε! Η Παναγιά μας έσωσε, επειδή είναι Δεκαπενταύγουστος, η μέρα της Παναγίας!»
Έτσι -έναν μήνα αργότερα από το ατύχημα, που για ορισμένους κατέληξε δυστύχημα με κόστος ζωής- εμείς τα αφήσαμε όλα πίσω μας. Ήμασταν πια σώοι και αρτιμελείς, απόλυτα υγιείς. Οπότε, στη συνέχεια, κοιτάξαμε να περάσουμε όμορφα, απολαμβάνοντας το υπόλοιπο διάστημα των διακοπών μας στο πανέμορφο νησί των Κρητών. Βεβαίως, κανείς μας δεν ξέχασε κι ούτε πρόκειται ποτέ του! Κι αυτό γιατί, δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεχάσει κάποιος μια τόσο οδυνηρή εμπειρία!
(Γ.Μ.)









