Με βάση τα αποσπάσματα από «Το ποτάμι» του Α. Σαμαράκη και το «Γιατί» του Γ. Μαγκλή, να δώσετε μια δική σας συνέχεια:
Α) «[...] Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.»
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.»
Β) Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα,* [...] κι ένιωθε κιόλας τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:
- «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».
Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό. Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.»...
★★★★★★★★★★
1. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, καθώς ήθελαν κι οι δυο τους να ξεδιψάσουν στην πηγή. Ο ένας στρατιώτης -νεαρός γάρ κι αψίξορος-χωρίς δεύτερη σκέψη, σήκωσε το πιστόλι και πυροβόλησε. Ο άλλος, μεγαλύτερος και πιο σώφρων, δίστασε να πυροβολήσει, χωρίς λόγο. Κι έτσι έπεσε νεκρός απ' την ατίθαση σφαίρα. Ο πρώτος, χωρίς ίχνος οίκτου, προχωρά για την πηγή και θριαμβευτικά πίνει νερό, λες κι επρόκειτο για ολύμπιο νέκταρ. Αφού ξεδίψασε, κοιτάζει ανέκφραστα τον νεκρό στρατιώτη. Περήφανος καλεί τους συμπολεμιστές του, να θαυμάσουν το κατόρθωμά του και να τον δοξάσουν. Στήνουν θριαμβικό χορό πάνω απ' το πτώμα, θυμίζοντας αγέρωχους γυπαετούς. Πίνουν, επευφημούν τον ήρωα και τραγουδούν νικητήρια άσματα. Τον σηκώνουν ψηλά στα χέρια τους και τον οδηγούν προς το στρατόπεδο ως ήρωα. Νιώθει τόσο «μεγάλη» ικανοποίηση που συνάντησε άοπλο αντίπαλο και τόσο άνανδρα τον εκτέλεσε ανερυθρίαστα, με μια μόνο κίνησή του.
Τα τραγούδια και τα γέλια τον ξύπνησαν. Τότε συνέβη κάτι παράδοξο . Ενώ στον ύπνο του περνούσε καλά, ξύπνησε κάθιδρος, με δάκρυα στα μάτια. Δεν καταλάβαινε πού βρισκόταν ή τι είχε συμβεί. Απ' τον βάρβαρο ήλιο και τη διαολεμένη ζέστη είχε λιποθυμήσει. Όταν άνοιξε τα μάτια, ο άλλος στρατιώτης συνέχισε να τον κοιτά με αγωνία, ρίχνοντάς του διαρκώς νερό στο πρόσωπο και το σώμα, για να συνέλθει. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ευχαρίστησε τον αντίπαλο στρατιώτη -που απεδείχτη 100% Άνθρωπος- κι απομακρύνθηκε ο ένας απ' τον άλλον. Δώσανε την υπόσχεση να μείνουνε κι οι δυο ζωντανοί και να συναντιούνται κάθε μέρα στην πηγή, την ίδια ώρα, ώσπου να λήξει ο πόλεμος. Τότε θα επέστρεφαν επιτέλους στις οικογένειες τους, σώοι κι αβλαβείς κι οι δύο.
Μόνο στο όνειρο μπόρεσε να συγχωρέσει τον εαυτό του. Δυστυχώς στον πόλεμο τ' άσχημα όνειρα, κάποιες φορές, γίνονται πραγματικότητα οι άνθρωποι απάνθρωποι και κάποτε οργισμένοι φονιάδες των αδερφών τους.
**********
2. Ο άοπλος στρατιώτης τόνισε πως θέλει να ξεδιψάσει, πίνοντας λίγο νερό απ' την πηγή. Ο οπλισμένος στρατιώτης παραξενεύτηκε στην αρχή. Τον άφησε, όμως, να σκύψει προς την πηγή, για να πιεί νερό. Εκείνη την ώρα σκέφτηκε τα λόγια που του 'παν οι σύμμαχοι, προτού πάει στον πόλεμο. Κι αμέσως έβγαλε το όπλο από τη θήκη και τον σημάδεψε στο κεφάλι. Ο άοπλος στρατιώτης προσπαθούσε να τον πείσει να μην τον σκοτώσει, γιατί αυτός δεν είχε έρθει με κακές προθέσεις. Τότε ο οπλισμένος στρατιώτης σκέφτηκε ότι έχουν κι οι δυο μια οικογένεια που τους περιμένει να γυρίσουν κι έτσι έβαλε μέσα το όπλο, χωρίς να του κάνει τίποτε. Και τότε ήταν η στιγμή που ο «άοπλος» στρατιώτης τράβηξε βίαια το όπλο και τον σκότωσε. Κι αυτό, γιατί βάρυναν μέσα του περισσότερο τα λόγια των συμμάχων του πολέμου απ' τον πόνο, τη θλίψη και την οδύνη που θα χαρασσόταν στο πρόσωπο των συγγενών του αδικοχαμένου στρατιώτη.
********
3. Αγαπητό ημερολόγιο, (19/5/1942)
Σήμερα, μετά από ώρες πολέμου, από πολλούς πυροβολισμούς και κατόπιν πολλών θανάτων, αποφάσισα να ξεκουραστώ. Αποφάσισα να σταματήσω να θερίζω ζωές αθώων ανθρώπων ή μικρών παιδιών. Έψαξα μια μικρή βρυσούλα, για να πλυθώ, να ξεκουραστώ και να δροσιστώ. Η ώρα πέρασε, χωρίς να το καταλάβω. Καθώς ετοιμαζόμουν για τον δρόμο προς την Κόλαση, το πεδίο της Μάχης, εκεί που δεν υπάρχουν ίχνη Ανθρωπιάς, ένας ιδιόρρυθμος θόρυβος ακούστηκε. Έπιασα ταχύτατα κι ασυναίσθητα το όπλο μου, κοιτάζοντας επίμονα προς τα δέντρα. Εμφανίστηκε ένας άντρας. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σήκωσα το σιδερικό και τον σκότωσα. Όταν τον είδα να σωριάζεται στο έδαφος, να σπαράζει απ’ τον πόνο, τύψεις με κυρίευσαν. Κι αμέσως άρχισα να τρέχω. Το μυαλό μου είχε θολώσει. Έτρεχα για ώρες. Τα πόδια μου πονούσαν, δεν άντεχα άλλο. Κι όμως, γύρισα πίσω στον στρατιώτη, αυτόν που σκότωσα χωρίς δισταγμό. Όταν έφτασα στη βρυσούλα, ήταν ακόμα εκεί, ξαπλωμένος με το χέρι του πάνω στην πληγή. Το γρασίδι ήταν πλημμυρισμένο απ' το αίμα του. Σιγά-σιγά τον πλησίασα κι άρχισα να του μιλάω, να του λέω πόσο λυπάμαι, πως δεν το ήθελα, πως έχασα την ψυχραιμία μου, πως έχασα τον εαυτό μου, πως... πως. Μιλούσα αδιάκοπα, κλαίγοντας, θρηνώντας δεν ξέρω για τι πρώτα: την αδικοχαμένη του ύπαρξη ή τη «καταζητούμενη» ανθρωπιά μου. Του μιλούσα για ώρα πολλή, έστω κι είχε ήδη φύγει, έστω κι αν ήξερα πολύ καλά πως πια δε μ' άκουγε ούτε εκείνος ούτε ο ίδιος ο Θεός!

No comments:
Post a Comment