19 Ιουλ 2026

«Με αφορμή3 τη γιορτή των Χριστουγέννων»

  

1) «Το θαύμα τον Χριστουγέννων» 
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων κι ετοιμαζόμουν να βγω με κάποιους φίλους μου. Η ώρα είχε πάει 11.30', όταν μπήκε στο δωμάτιο η μητέρα μου κι άρχισε να μου λέει πως έχει μαγειρέψει για τους δυο μας και με παρακαλεί να μείνω, για να φάμε μαζί. Εγώ νευρίασα κι άρχισα να της φωνάζω πως δεν μπορούμε πια να κάνουμε όλες τις γιορτές μαζί. Εκείνη έβαλε τα κλάματα, τονίζοντας ότι από τότε που χάσαμε τον μπαμπά, δεν κάθομαι καθόλου μαζί της. Εκεί νευρίασα πάρα πολύ! Μα, πώς μπορούσε να επικαλείται τον μπαμπά σ' αυτό το θέμα;
   Την έσπρωξα κι έφυγα από το σπίτι. Πήρα το αμάξι, βγήκα με τους φίλους, ήπιαμε τα ποτά μας, περάσαμε πολύ ωραία. Όταν γύρισα ξημερώματα -περίπου στις 5 το πρωί- τη βρήκα να κοιμάται αγκαλιά με μια εικόνα του μπαμπά και της Παναγίας. Δεν μπορώ άλλο! Με νευριάζει που χρησιμοποιεί τον μπαμπά ως δικαιολογία, για να καθόμαστε μαζί. Ούτε να τη βλέπω δε θέλω! 
   Οι  επόμενες μέρες είναι πολύ περίεργες. Δε μιλάμε καθόλου, αλλά βιώνω διαρκώς κάτι περίεργο. Βλέπω κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. Βλέπω την εικόνα που κρατούσε η μάνα μου, όταν μπήκα σπίτι απ' την έξοδο. Μαζί και τον μπαμπά. Όλο κάτι θέλουν να μου πουν, αλλά ξυπνάω φοβισμένος και κλαίω. Έχω εδώ και τέσσερις μέρες που το βλέπω αυτό το όνειρο. Για να πω την αλήθεια έχω φοβηθεί. Σκέφτηκα να κάνω την προσευχή μου, για να κοιμηθώ. Είδα την Παναγιά να μου λέει ότι πρέπει τουλάχιστον να κάνω Πρωτοχρονιά μαζί της, γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί έως τα επόμενα Χριστούγεννα. Ξύπνησα τρομαγμένος και δεν ξέρω ποιος μ' έκανε να τρέξω στην εκκλησιά. Έξω γίνεται χαμός! Ρίχνει χιονοθύελλα και περπατάω σχεδόν με το ζόρι. Χιονίζει, φυσάει και είναι θεοσκότεινα, μαύρα μεσάνυχτα. Με τα χίλια ζόρια φτάνω, προσκυνάω και με παίρνει ο ύπνος μες στην εκκλησιά. Είναι η πρώτη φορά μετά τόσον καιρό που κοιμάμαι κανονικά. Φτάνει η Πρωτοχρονιά και μπορώ να πω ότι περάσαμε υπέροχα με τη μαμά μου. Τώρα είναι ξανά Χριστούγεννα κι η μητέρα δεν είναι πλέον μαζί μας...
2) «Το χριστουγεννιάτικο θαύμα»
Η ιστορία μας ξεκινάει από ένα μικρό σπίτι στο χωριό, όπου ζει μία πολύ φτωχή οικογένεια. Ο μικρός Γιαννάκης ενθουσιάστηκε για την ημέρα των Χριστουγέννων, κυρίως απ' όσα άκουγε στο σχολείο. Η προσοχή του Γιαννάκη έπεσε στα δώρα. Ειδικά, όταν μιλούσαν για έναν χοντρό κύριο, με άσπρη γενειάδα και κόκκινα ρούχα που μετέφερε τα δώρα στα σπίτια των παιδιών. Τον ενδιέφεραν τόσο πολύ τα Χριστούγεννα, που έλεγε στην μητέρα του ό,τι ήξερε γι' αυτά. Οι γονείς του, όμως, κατάλαβαν ότι, όχι μόνο δεν υπάρχει αυτός ο κύριος, αλλά κι ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάποιο δώρο στον μοναχογιό τους. Οι μέρες περνούσαν, η αγωνία μεγάλωνε κι οι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα είχαν ξεκινήσει για όλους στο χωριό. Μόνο ο μικρός Γιαννάκης δεν παρατηρούσε αλλαγή στο σπίτι του κι ανησυχούσε. Μήπως δεν είχαν αρκετή σημασία τα Χριστούγεννα για τους γονείς του; Μήπως δεν υπήρχαν τα Χριστούγεννα; Ο μικρός Γιαννάκης δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα, ύπνο δεν έβρισκε.Τα σχολεία κλείνουν και τώρα ο Γιαννάκης κάθεται στο σπίτι του. Καταλαβαίνει ότι τη Χριστούγεννα σχεδόν ήρθαν κι η ανησυχία επεκτείνεται. Την παραμονή, η οικογένεια συγκεντρώνεται και τρώει ένα δείπνο φτωχικό. Ακόμη, καμιά αλλαγή. Ο Γιαννάκης ξαφνικά κοιμάται καλά, για πρώτη φορά μετά από καιρό. Το πρωί βλέπει στο σπίτι στολισμένο με φωτάκια, οι παλιές, σκονισμένες και μισολιωμένες κουρτίνες αντικαταστάθηκαν με ολοκαίνουριες.  Τέλος ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο στη μέση του σπιτιού, φωτίζει κάθε γωνιά. Ο Γιαννάκης ρωτάει τότε τη μητέρα τι άλλαξε. Ο πατέρας του λέει: «Τη νύχτα ένας χοντρός, γλυκός κύριος με άσπρη γενειάδα και κόκκινη στολή, ήρθε και με μία κίνηση του χεριού του μεταμόρφωσε όλο το σπίτι!» Μετά ο Γιαννάκης πήρε τη δώρα του. Από τότε η οικογένεια άρχισε να τα πηγαίνει καλύτερα στα οικονομικά μέχρι που μετακόμισε κι απ' το χωριό. Έτσι ο Γιαννάκης δεν ξέχασε ποτέ εκείνο το θαύμα των Χριστουγέννων. 
3) «Τα πιο μαγικά Χριστούγεννα...»
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα μικρό χωριό περιτριγυρισμένο από χιονισμένα βουνά ζούσε ένας νεαρός μάγος, ο Όστι. Ετούτος δεν ήταν σαν τους άλλους μάγους που ήξεραν ξόρκια, να κάνουν τα δέντρα ν' ανθίζουν ή τα αστέρια να πέφτουν. Ήταν ακόμη μαθητής! Και τα ξόρκια του, κάποιες φορές, οδηγούσαν σε μικρές -ή λίγο μεγαλύτερες- καταστροφές. 
   Όλοι στο χωριό τον αγαπούσαν πολύ. Κυρίως για την καλή του την καρδιά! Του ζητούσαν, όμως, να μην ανακατεύεται στις διάφορες δουλειές, ειδικά όταν πλησίαζαν η γιορτή των Χριστουγέννων, γιατί τα έκανε όλα μαντάρα. 
   Τότε, μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα, τα παιδιά του χωριού έτρεξαν στον Όστι, φωνάζοντας πως το αστέρι είχε χαθεί απ' την κορφή του δέντρου των Χριστουγέννων. Ο Όστι αποφάσισε να το βρει κι άρχισε το ψάξιμο από το κοντινό δάσος.
   Στον δρόμο μια κουκουβάγια του είπε πως είχε δει το αστέρι στο ξέφωτο. Ο Όστι, πράγματι, το βρήκε εκεί να λάμπει υπέροχα. Το αστέρι του αποκάλυψε πως είχε φύγει, γιατί είχε χαθεί η μαγεία των γιορτών κι είχε ξεθωριάσει το πνεύμα των Χριστουγέννων στο χωριό του.
     Ο Όστι κατάλαβε. Επέστρεψε στο χωριό και εξήγησε στους χωριανούς του πως η χαρά των Χριστουγέννων κρύβεται στην καλοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Όλοι  άρχισαν τότε να μοιράζονται στιγμές χαράς και πράξεις καλοσύνης. Έτσι το αστέρι επέστρεψε κι αυτό κι άρχισε να λάμπει ξανά. Ο Όστι το έβαλε στην κορυφή του δέντρου και το χωριό γιόρτασε τα πιο μαγικά του Χριστούγεννα!
4) «Χριστούγεννα»
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Μια κρύα, κάτασπρη απ'το χιόνι και γιορτινή μέρα. Στα σπίτια έπαιζε χαρούμενη μουσική όσο το τζάκι σιγόκαιγε αναμμένο και στο τραπέζι βρίσκονταν τα πιο ωραία χριστουγεννιάτικα γλυκά. Όλοι ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Περιμένοντας να έρθει η μέρα που γιορτάζουμε την γέννηση του Χριστού, μαζεύτηκαν όλοι τους στα σπίτια, με συγγενείς και φίλους. Δεν ήταν, όμως, για όλους τόσο φανταχτερή η μέρα. Οι άνθρωποι έξω στον δρόμο, μεγάλοι και παιδιά δεν είχαν την ζεστασιά, τα γλυκά και την συντροφιά αυτών μέσα στα σπίτια. Ήταν μόνοι τους, με μόνη παρηγοριά το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πιο ευτυχισμένοι από τους επιφανειακά χαρούμενους που έβλεπαν εμπορικά καταστήματα την άγια μέρα των Χριστουγέννων κι αγνοούσαν το αληθινό της νόημα. Παρόλο που τους έλειπε η σόμπα ή το τζάκι, το γιορτινό φαγητό και το στολισμένο δέντρο, αυτοί οι άνθρωποι ήταν γεμάτοι στην ψυχή. Αυτό είναι και το νόημα των Χριστουγέννων. Να βλέπουμε πίσω από την επιφανειακή εικόνα και να ψάχνουμε μέσα μας να βρούμε την αλήθεια και την αγάπη. 
5) « Στην Μελομακαρονούπολη...»
Εκείνο το βράδυ η «Μελομακαρονούπολη» δεν κοιμήθηκε στιγμή! Οι γονείς ήταν πολύ αναστατωμένοι, γιατί είχε πάει 12:30 κι όλοι περίμεναν τον Άγιο Βασίλη να φέρει τα δώρα για την παραμονή των Χριστουγέννων. Κανείς, όμως, δε γνώριζε ότι στην λίμνη «Χιονισμένος Κουραμπιεδόμυλος» είχε συμβεί κάτι παράδοξο, καθώς αυτή η λίμνη ήταν άγνωστη σε πολλούς. Ήταν ένα μυστικό μέρος που είχαν ανακαλύψει τα ξωτικά και γιόρταζαν την επιτυχία τους, κάνοντας πατινάζ στα παγωμένα νερά. Οι καταρράκτες της λίμνης αποτελούσαν την πύλη για το μυστικό χωριό του Αϊ-Βασίλη, που ήταν ο μόνος δρόμος για την Μελομακαρονούπολη.
Φέτος, λοιπόν, έγινε ένα δυστύχημα. Εκεί που γιόρταζαν τα ξωτικά την επιτυχία τους, ξαφνικά είδαν το έλκηθρο των Άγιου Βασίλη να προσγειώνεται απότομα, λόγω χιονοθύελλας. Τότε τα δώρα πετάχτηκαν στην αέρα, το έλκηθρο χωρίστηκε στα δύο κι όλοι πανικοβλήθηκαν.
Αμέσως τα ξωτικά έβαλαν τα παγοπέδιλα τους κι έτρεξαν να βοηθήσουν τον Άι-Βασίλη. Τα περισσότερα άρχισαν να μαζεύουν τα δώρα, ενώ μερικά έφεραν γλάσο, για να κολλήσουν τα κομμάτια του έλκηθρου. Εκείνη τη στιγμή η  αστυνομία του Άγιου ήρθε και παρέλαβε 
τους τραυματισμένους ταράνδους, τον ίδιο και το έλκηθρο. Όμως, η μαγική σκόνη που θα χρησιμοποιούσαν οι τάρανδοι, για τα πετάξουν, απλώθηκε πάνω στα ξωτικά, τα οποία μετέφεραν αναγκαστικά όλα τα δώρα στα σπίτια της Μελομακαρονούπολης. Έτσι όλα τα παιδιά ήταν χαρούμενα κι οι γονείς τους ανακουφισμένοι. Καλά Χριστούγεννα!

«Με αφορμή2 τη γιορτή των Χριστουγέννων»

 

1) «Τα πιο όμορφα Χριστούγεννα»
Μια φορά κι έναν καιρό, την παραμονή των Χριστουγέννων ζούσε στη φωτισμένη Φλωρεντία ένα φτωχό παιδί. Πούλαγε χαρτομάντιλα στους περαστικούς με την ελπίδα να βγάλει κάποια χρήματα, για να 'χουν φαγητό τη μέρα των Χριστουγέννων αυτός κι η οικογένειά του. Ο πατέρας του έτρεχε όλη τη μέρα στα χωράφια, για να βγάζει ένα μεροκάματο, να καλύπτει ίσα ίσα το ενοίκιο του μισογκρεμισμένου σπιτιού τους. Η μητέρα -με τον μικρό του αδερφό που ήταν μόλις δυο ετών- πούλαγαν σπίρτα και μικρά αναθήματα στους περαστικούς. Ξαφνικά, καθώς κοίταζε το ποτάμι της χιονισμένης Φλωρεντίας, κάθισε πλάι του ένα πουλί. Του είπε πως φέτος θα ζήσει τα πιο όμορφα Χριστούγεννα της ζωής του. Γυρίζοντας σπίτι, σκεφτόταν όσα του είπε το πουλί. Και φτάνοντας έξω απ' τα ερείπια, βρήκε ένα καλάθι γεμάτο φαγητό. Είχε και χρήματα που θα κάλυπταν τα έξοδα της οικογένειας, για μισό χρόνο τουλάχιστον. Το μικρό αγόρι χάρηκε τόσο που -επιτέλους- θα γιόρταζε σαν άνθρωπος τα Χριστούγεννα με την οικογένεια!
*****
2) «Η επιστροφή των κλεμμένων χριστουγεννιάτικων δώρων»
Μια φορά κι έναν καιρό ο Δον Κιχώτης πήγε με το άλογο κι έναν φίλο του βόλτα σε μια πόλη, τη Ρώμη. Βρήκαν εκεί τον Άι Βασίλη και του ζήτησαν για τα Χριστούγεννα να τους δώσει δυο ιπτάμενους ταράνδους. Τη στιγμή που εκείνος ετοιμαζόταν να τους δώσει τους ταράνδους,  ήρθε ξαφνικά ο Γκριντζ και τους έκλεψε. Μαζί και τα δώρα. Έφυγε πετώντας πάνω στο έλκηθρο. Τώρα ο Άι Βασίλης έμεινε χωρίς δώρα για τα Χριστούγεννα, που ήταν μετά λίγες μέρες. Απελπισμένος, ζήτησε βοήθεια απ' τον Δον Κιχώτη και τον φίλο του κι άρχισαν όλοι μαζί να ψάχνουν τον Γκριντζ. Ωστόσο, αυτός πετούσε ήδη πάνω απ' τη στολισμένη Ρώμη. Έβλεπε από κάτω όλα τα χαρούμενα παιδάκια που περίμεναν πώς και πώς να πάρουν τα δώρα τους. Εκείνην 
τη στιγμή σκεφτόταν πώς θα νιώσουν αργότερα  τα παιδιά αυτά, γιατί κι ο ίδιος δεν είχε πάρει  δώρο για τα Χριστούγεννα, ποτέ του. Ένιωσε πολύ άσχημα, γιατί ήξερε πως θα νιώσουν αυτά τα παιδιά. Ο Γκριντζ, μετανιωμένος, έκανε αναστροφή με το έλκηθρο  και γύρισε πίσω, παραδίδοντάς στον Αϊ Βασίλη τους ταράνδους. Ζήτησε απ' τον Αϊ Βασίλη να τον συγχωρέσει, γιατί ζήλευε τους υπόλοιπους ανθρώπους που έπαιρναν δώρα, ενώ αυτός δεν πήρε ποτέ. Ο Άι Βασίλης, όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά του έδωσε όσα δώρα δεν του είχε δώσει τόσα χρόνια. Έδωσε και στον Δον Κιχώτη και τον φίλο του τους ταράνδους που είχαν ζητήσει. Τελικά, ήταν όλοι χαρούμενοι που πήραν αυτό που ήθελαν κι ο Αϊ Βασίλης που πήρε πίσω τα δώρα του!
*****
3) «Η Πορεία προς το Άστρο»
Ο ήλιος έδυε κι ο ουρανός μετατράπηκε σε μια ζωγραφιά από θερμές και παράλληλα σκοτεινές αποχρώσεις. Τότε οι μάγοι, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, αντίκρισαν το λαμπρό σημάδι προς τον ερχόμενο Μεσσία, το περίλαμπρο Αστέρι. Το ταξίδι τους, όμως, δεν ήταν και τόσο εύκολο, διότι οι καμήλες τους ξεκίνησαν τη λογοδιάροια,γι' άλλη μια φορά.
(Μελχιόρ) -- Ρε παιδιά, δε θα φάμε τίποτα; Η κοιλιά μου διαμαρτύρεται...
(Βαλτάσαρ) -- Πω πω, ναι! Λιγουρεύτηκα και το χορταράκι στην προηγούμενη στάση μας.
(Κασπάρ) -- Άιντε, να φάμε κάτι, γιατί θα καταρρεύσω! 
Μόλις το είπε αυτό, τα πόδια του ξεκίνησαν να τρέμουν κι ο μάγος που ήταν πάνω του, πάλευε να μην του πέσει το δώρο.
(Μελχιόρ) -- Μη γέρνεις τις καμπούρες σου, γιατί, αν πέσουν τα δώρα, τη βάψαμε!
(Κασπάρ) -- Δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς! Δεν αντέχεται άλλο αυτό το μαρτύριο...
(Βαλτάσαρ) -- Αμάν, βρε παιδιά, κάντε λίγη υπομονή... μέχρι να συναντήσουμε τον μικρό βασιλιά. Κάντε το, γι' αυτόν! Μετά μπορείτε να φάτε όσο επιθυμείτε.
Τότε οι καμήλες συμφώνησαν κι οι Μάγοι κούνησαν το κεφάλι, καθώς έπαιρναν πάλι τον δρόμο τους. Οι ώρες περνούσαν αργά και βασανιστικά. Ξαφνικά, η ησυχία διακόπηκε από ένα γουργουρητό.
(Κασπάρ)-- Παιδιά, δεν μπορώ άλλο,! Η κοιλιά μου έχει κολλήσει στην πλάτη...
(Μελχιόρ, Βαλτάσαρ) -- ΚΑΣΠΑΡΡΡ!
*****
4) «Χριστούγεννα σε στοιχειωμένο κάστρο»
Ήταν μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα και μια οικογένεια μετακινούνταν με το αυτοκίνητο, για να επισκεφτούν κάτι μακρινούς συγγενείς, που μόλις είχαν μετακομίσει κοντά, ώστε να περάσουν τις γιορτές όλοι μαζί. Ο δρόμος θα ήταν μακρύς, αλλά άξιζε την ταλαιπωρία και τις δέκα στάσεις που, σίγουρα είχαν κάνει ως τώρα. Η οικογένεια συνέχισε τον δρόμο της, μέχρι που κατά το βράδυ, έπαθε λάστιχο το αυτοκίνητο. Πήραν επανειλημμένα τηλέφωνο, για να τους βοηθήσουν, καθώς δεν είχαν μαζί τους ρεζέρβα. Είχαν και δώρα κι αποσκευές στο πορτμπαγκάζ. Μα, δίχως σήμα, τα τηλέφωνα ήταν νεκρά. Η μητέρα πρότεινε -καθώς νύχτωνε- να ψάξουν ένα μέρος, να κοιμηθούν. Κοίταξαν τριγύρω μήπως υπήρχε καμιά καλύβα -μια και βρίσκονταν κοντά στα βουνά-. 
    Τα βουνά σιγά σιγά γίνονταν άσπρα απ' το λεπτό χιόνι που έπεφτε παντού τριγύρω και πάνω στο κεφάλι τους. Η μικρότερη κόρη, -ενθουσιασμένη απ' το χιόνι- περιφερόταν όλο και μακρύτερα απ' το αυτοκίνητο και τους δικούς της. Το κατάλαβαν λίγο αργά κι άρχισαν να την ψάχνουν. Το ψάξιμο γρήγορα εντάθηκε, με μανία και τρόμο για τη μοίρα του παιδιού, μέχρι που την είδαν λίγο παραπέρα, απλά να περιμένει μπροστά σ' ένα μέρος. Τι περίμενε όμως;
    Η υπόλοιπη οικογένεια την πλησίασε και  -μέσα απ' το χιόνι που χειροτέρευε και τον ήλιο που είχε κρυφτεί σχεδόν ολόκληρος πίσω απ' τα βουνά που τους περιτριγύριζαν- εμφανίστηκε μπροστά τους ένα κτήριο πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι φαντάζονταν αρχικά. Ήταν ένα κάστρο, πραγματικά μεγάλο, με τους τοίχους του γκρι σκούρο. Μα γινόταν κατάλευκοι στις κορυφές τους από το πολύ χιόνι. 
Οι γονείς, κουρασμένοι απ' το ταξίδι και τις βαλίτσες που κρατούσαν, αποφάσισαν να γυρίσουν στο αυτοκίνητο. Ποιος ξέρει τι είδους άνθρωποι μένανε εδώ ή αν έστω έμενε κάποιος. Τα δυο παιδιά, όμως, χτυπούσαν ήδη την πόρτα με ανυπομονησία να δουν πώς είναι από μέσα το πελώριο κτήριο. Η πόρτα, μ' έναν έντονο ήχο, σα να γραντζουνούσε το πάτωμα, άνοιξε από μόνη της. Τα παιδιά δε σταμάτησαν να παρακαλούν τους γονείς, για να κάτσουν εδώ το βράδυ. Έλεγαν πως είναι αρκετά αργά και το χιόνι δεν θα τους άφηνε να γυρίσουν στ' αμάξι. Μετά από πολλές προσπάθειες, τα παιδιά κατάφεραν να τους πείσουν. Διάβηκαν τις πόρτες του κάστρου κι άρχισαν να ψάχνουν για το κεντρικό σαλόνι. Τελικά το βρήκαν κι άναψαν το μεγάλο τζάκι για λίγη ζεστασιά απ' το κρύο. Με το που γύρισαν, όμως, να κοιτάξουν αλλού, η φωτιά έσβησε μόνη της. Ξαφνιάστηκαν απ' ό,τι συνέβη, καθώς όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Οι γονείς, αρχικά, δε σκέφτηκαν κάτι. 
    Ο μεγάλος γιος, βεβαίως, είπε για πλάκα ότι ήταν έργο φαντασμάτων. Η μικρότερη κόρη τον κοίταξε με βλέμμα απορημένο. Ενθουσιασμένη, τον ρώτησε αν είχε δει κι εκείνος την κυρία-φάντασμα. Παραξενεμένος ο αδερφός, της έκανε κάποιες ερωτήσεις, πιστεύοντας πως τα είπε όλα για πλάκα, όπως κι εκείνος. Όταν το κορίτσι αρνήθηκε, ο γιος απλώς προσπέρασε τα «ψέματά της», θύμωσε και κατέφυγε στον καναπέ. 
     Κατέληξαν να πάνε για ύπνο η οικογένεια, ώστε να ξυπνήσουν νωρίς, για να φύγουν όσο πιο γρήγορα μπορούν. Τουλάχιστον να δουν τους δικούς τους την ημέρα των Χριστουγέννων, σκέφτηκαν. Μέσα στη νύχτα άκουγαν περίεργους ήχους απ' όλα τα δωμάτια του κάστρου. Μέχρι που δεν άντεχαν και σηκώθηκαν τα παιδιά να ερευνήσουν τους ήχους. Με βήματα ήσυχα, σαν γάτας, πήγαν στο σαλόνι. Τα μάτια του μεγάλου γιου  διπλασιάστηκαν σε μέγεθος. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Φαντάσματα! Και πολλά, μάλιστα, τριγυρνούσαν σ' όλο το κάστρο. Κάποια άκουγαν χριστουγεννιάτικα τραγούδια, άλλα έπαιζαν μπιρίμπα ή σκάκι κι άλλα τεμπέλιαζαν. Δυο κύριοι συζητούσαν για πολιτικά, δύο αιώνων πριν τουλάχιστον. Η κόρη κοιτούσε τα πάντα μ' ένα βλέμμα, αντίθετο  απ' του γιου. Ήταν έτοιμη ν' αγκαλιάσει την κυρία που έπαιζε μπιρίμπα, την ίδια που 'χε αντικρίσει νωρίτερα, όταν πρωτοείδε το κάστρο. Ο αδερφός της την κράτησε, προτού πλησιάσει τα φαντάσματα. 
    Άρχισαν να βαδίζουν, για να γυρίσουν στους γονείς, αλλά το πάτωμα τραντάχτηκε. Τα φαντάσματα γύρισαν προς τα κει που ήταν τα παιδιά. Ο γιος έγινε άσπρος, σαν τα φαντάσματα, απ' τον φόβο του, κι ήταν έτοιμος να τρέξει. Η αδερφή του τον σταμάτησε και τον έσπρωξε προς τα φαντάσματα. Τον έστειλε -μ' ένα μεγάλο χαμόγελο- προς την κυρία. Όλα είχαν καταλήξει στο αναπάντεχο! 
     Εντωμεταξύ οι γονείς ξαφνιάστηκαν κι ανησύχησαν, όταν ο θόρυβος μεγάλωσε και τα παιδιά ήταν εξαφανισμένα. Η μητέρα έψαξε τα κρεβάτια που θα έπρεπε να κοιμούνται. Μόνο που δεν ήταν εκεί. Μεγάλη ανησυχία διαπέρασε το σώμα της και ξύπνησε τον άντρα της, για να βρούνε τα παιδιά. Σηκώθηκαν και -με δισταγμό ή φόβο για τα παιδιά τους- πήγαν να δουν, από που προέρχεται ο θόρυβος. Κατέληξαν στο σαλόνι, σοκαρισμένοι. Τα παιδιά έπαιζαν, χόρευαν και χαίρονταν την παραμονή των Χριστουγέννων... παρέα με τα φαντάσματα. Οι γονείς μπήκαν κι εκείνοι στο πάρτι. Εν τέλει, δεν πέρασαν την Παραμονή μόνοι τους!
*****
5) «Δέντρα χωρίς φύλλα...»
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα μικρό χωριό πάνω σε εναν καταπράσινο λόφο ζούσε μια μικρή κοπέλα που την έλεγαν Μαρία. Η Μαρία αγαπούσε τα Χριστούγεννα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή του χρόνου. Τα χιονισμένα τοπία, οι φωτεινές γιρλάντες που στόλιζαν τα δέντρα, οι μυρωδιές απ' τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα γεμίζανε την καρδιά της με χαρά. Αν και η Μαρία λάτρευε τα Χριστούγεννα, δεν ήξερε την πραγματική ιστορία τους, μόνο την εξωτερική της πλευρά. 
    Κάθε χρόνο τέτοια εποχή,  πήγαινε στο δάσος πάντα και διάλεγε το πιο όμορφο έλατο, να στολίσουν στην πλατεία του χωριού. Φέτος, όμως, όλα ήταν διαφορετικά. Κανένα δέντρο δεν ήταν γεμάτο φύλλα. Ήταν όλα ξερά, απογυμνωμένα κι αυτό δεν της άρεσε καθόλου. Ήθελε πάντα το χριστουγεννιάτικο δέντρο να είναι πανέμορφο. Για το χατίρι του χωριού! Στεναχωρέθηκε κι αναρωτιόταν για ποιον λόγο είχε γίνει κάτι τέτοιο. Τότε ένας κυριούλης εκεί γύρω -προσπαθώντας να την ηρεμήσει- τη ρώτησε γιατί είναι έτσι, για ποιον λόγο φαίνεται τόσο λυπημένη.
 - Τι να σας πω τώρα κι εσάς; Όπως φαίνεται, δε θα 'χουμε δέντρο φέτος στο χωριό! Καταστροφή!
- Γιατί; Τι έγινε;
- Δεν είναι κανένα τους όμορφο! Δεν έχουν  φύλλα καθόλου! 
- Χμ... Αυτό έχει ξαναγίνει πριν πολλά χρόνια. Στο χωριό μας, ξέρεις, ζούσε η μητέρα του Χριστού. Και τότε τα δέντρα μας είχαν κιτρινίσει. Ένα βράδυ, όμως, έγινε κάτι που της άλλαξε τη ζωή. Και τη δική μας επίσης! Εμφανίστηκε ένας Αρχάγγελος και της ανήγγειλε επίσημα πως θα κυοφορήσει τον γιο του Θεού. Αυτή, χαρούμενη, δέχτηκε και λίγους μήνες αργότερα γέννησε τον Ιησού. Σε μια μικρή πόλη παραδίπλα, τη Ναζαρέτ.  Από τότε, όλα τα δέντρα του δάσους άρχισαν να ξανανθίζουν, χάρη στην πίστη των ανθρώπων. Η Μαρία, μετά την εμπειρία της γέννας, άλλαξε ζωή και τρόπο σκέψης. Πλέον  μοίραζε απλόχερα την αγάπη της όλον τον χρόνο και κυρίως τα Χριστούγεννα. Ακόμη διέδιδε παντού στον κόσμο την ιστορία που της είχε αλλάξει τη ζωή. Από τότε το χωριό μας ήταν το πιο όμορφο όλης της περιοχής. Τώρα, λοιπόν, αφού δεν ανθίζουν τα δέντρα, σημαίνει ότι χάθηκε η πίστη των ανθρώπων.
- Αυτό είναι! Βρήκαμε το πρόβλημα! Τώρα θα  φέρουμε ξανά και τη λύση του, για να ανθίσει ξανά το χωριό μας. Έτσι κι έγινε. Κι αυτά τα Χριστούγεννα ήταν τα καλύτερα για το κοριτσάκι, αν και με πολλές δυσκολίες. 
*****
6) «Το πυκνοχιονισμένο δάσος»
Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο Γιώργος
κι ο Κώστας, καλοί φίλοι για χρόνια, ήθελαν να περάσουν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές τους διαφορετικά. Πηγαίνοντας σ' ένα δάσος για κάμπινγκ. Έτσι, αφού προετοιμάστηκαν, άρχισαν να κατευθύνονται προς το δάσος με τα πόδια. Επειδή είχε χιονίσει φέτος, ήταν σίγουρο πως το δάσος θα ήταν πυκνοσκεπασμένο με χιόνι και πιθανότατα με ομίχλη. Γι' αυτούς τους λόγους, ο Γιώργος κι ο Κώστας θα έπρεπε να είναι έτοιμοι για κάθε καιρική συνθήκη. Όταν έφτασαν, ήδη βράδιαζε, οπότε έπρεπε να κατασκηνώσουν γρήγορα. Πήγαν να βρουν το κατάλληλο σημείο, αφήνοντας πίσω στο έδαφος σημάδια για τον δρόμο της επιστροφής. Λίγο αργότερα, είχαν ολοκληρώσει τη κατασκήνωση στο κατάλληλο μέρος και πήγαν να κοιμηθούν. Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα, όταν ξύπνησαν. Λόγω κακοκαιρίας δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τα σημάδια τους για τον δρόμο της επιστροφής. Αφού κάθησαν, σκέφτηκαν σε τι κίνδυνο βρίσκονταν, οπότε αποφάσισαν να πάρουν τα ρίσκα τους. Παράτησαν την κατασκήνωση και κατευθύνθηκαν τυφλά μέσα στο δάσος, για να βρουν την επιστροφή. Όσο προχωρούσαν, το δάσος γινόταν όλο και πιο πυκνοχιονισμένο, με έντονη ομίχλη, οπότε είχαν κακή όραση κι ένιωθαν εξαντλημένοι. Έπρεπε, όμως, να φτιάξουν ένα πρόχειρο καταφύγιο, προτού αντιμετωπίσουν μεγαλύτερα προβλήματα. Αφού το φτιάξανε και ξεκουράστηκαν, άλλαξαν δρόμο κι έτσι φτάσαν σε μια μικρή λίμνη. Παρατήρησαν ένα μονοπάτι που οδηγούσε έξω απ' το δάσος. Αφού βγήκαν απ' το δάσος, δυο μέρες μετά σώθηκαν, φτάνοντας σ' ένα χωριό. Χαρούμενοι που κατάφεραν να βρεθούν εκεί ασφαλείς, γιόρτασαν πανευτυχείς κι ευγνώμονες τα Χριστούγεννα.
*****
7) «Κρυσταλλένια και Πρόδρομος»
Η Κρυσταλλένια ήταν ένα επτάχρονο κοριτσάκι με χρυσαφένια μαλλιά και γαλάζια μάτια, με μια υπέροχη οικογένεια. Της έλειπε, όμως, η συντροφιά ενός καλού φίλου.
   Ο Πρόδρομος, ήταν ένα οκτάχρονο αγόρι που  μετακόμισε στην Ελλάδα, μόλις απ' τη Ρωσία. Αναζητούσε κι αυτός μια καλή φίλη, καθώς δεν είχε προλάβει να γνωρίσει κανέναν από τότε που ήρθε.
   Την ημέρα των Χριστουγέννων η Κρυσταλλένια αποφάσισε να πάει με την οικογένειά της στο χιονοδρομικό κέντρο, για να κάνει για πρώτη φορά πατινάζ. Επειδή δεν είχε ξανακάνει,  γλίστρησε ξαφνικά κι έπεσε στον πάγο. Την ημέρα εκείνη, βρισκόταν κι ο Πρόδρομος στο χιονοδρομικό. Βλέποντάς την πεσμένη, προθυμοποιήθηκε να τη βοηθήσει. Άνοιξαν συζήτηση κι ανακάλυψαν ότι έχουν πολλά κοινά. Γρήγορα, έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Από κει κι ύστερα, περνούσαν πολύ χρόνο μαζί. Βρήκε o ένας στο πρόσωπο του άλλου αυτό που πάντα έψαχναν.
   Τα χρόνια πέρασαν. Η Κουσταλλένια, μεγάλη πια, χρειάστηκε να φύγει για σπουδές σ' άλλη χώρα. Ο Πρόδρομος, δεν είχε αποφασίσει τι θα κάνει στη ζωή του. Έμεινε πίσω. Σιγά σιγά απομακρύνθηκαν, χάθηκε η επικοινωνία τους. 
Λίγο αργότερα, οι σπουδές της Κρυσταλλένιας τελείωσαν. Αποφάσισε να βρει δουλειά στα πάτρια εδάφη. Γυρνώντας στο σπίτι, βρήκε ένα κουτί με πολλές αναμνήσεις απ' το παρελθόν. Αναμνήσεις με τον Πρόδρομο, τον τότε καλύτερο φίλο. Συγκινήθηκε πολύ! Όμως, είχε χάσει πλέον τα ίχνη του και δεν υπήρχε τρόπος να επικοινωνήσει μαζί του. 
   Έφταναν Χριστούγεννα. Πήγε ξανά στο χιονοδρομικό, όπου είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά, με την ελπίδα ότι θα τον ξαναέβλεπε. Στην είσοδο, στεκόταν ο υπεύθυνος του χιονοδρομικού, ένας πολύ γοητευτικός άντρας. Όταν κοιτάχτηκαν ένιωσαν κάτι να τους διαπερνά. Ήταν βέβαιο πως κάπου γνωρίζονταν! Η Κρυσταλλένια ρώτησε το όνομά του. Ήταν περίεργη... ήθελε να επιβεβαιώσει εάν ήταν εκείνος. Της απάντησε πως ονομαζόταν Πρόδρομος και ρώτησε και το δικό της. Όταν άκουσε ξανά το όνομα «Κρυσταλλένια», τρελάθηκε απ' τη χαρά του. Ήταν πανευτυχείς κι οι δύο. Κατάλαβαν ότι -μετά από τόσα χρόνια- βρέθηκαν ξανά. Και μάλιστα στο μέρος που είχαν γνωριστεί για πρώτη φορά. Από τότε δεν έχασαν ποτέ ξανά επαφή. Συναντιούνταν τακτικά, έκαναν παρέα και πολύ γρήγορα κατέληξαν ένα αξιοζήλευτα ερωτευμένο ζευγάρι.
****
 8) «Άρια κι Έλμα»
Μια φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκε μια όμορφη κοπέλα, μέσα απ' τον κορμό μιας πορτοκαλιάς. Η κοπέλα αυτή ήταν τόσο όμορφη, που είχε όλην την ομορφιά του κόσμου. Όμως, όσο μεγάλη ήταν η ομορφιά της, τόσο αφελής κι εύπιστη ήταν. Μόλις βγήκε απ' τον κορμό που την προστάτευε δεν ήξερε πού να πάει, καθώς ο έξω κόσμος ήταν κάτι άγνωστο σ' εκείνη. Άρχισε να περιπλανιέται στα δάση, στα λιβάδια, στα βουνά, μέχρι που κουράστηκε και κάθησε να ξαποστάσει. Εκεί που έπινε νερό, από πίσω της ξεπρόβαλε μια κοπέλα με μακριά, σκούρα μαλλιά. Η όμορφη κοπέλα τρόμαξε, καθώς ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο συναναστρεφόταν. Η σγουρομάλλα συστήθηκε ως Άρια και ρώτησε το όνομα της όμορφης κοπέλας. Όμως, κάτι τέτοιο δεν είχε, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Η Άρια, τότε, την κοίταξε καλά και της είπε ότι θα μπορούσε να τη λένε Έλμα. Η κοπέλα ρώτησε τον λόγο που η σγουρομάλλα την ονόμασε έτσι. Η Άρια απάντησε πως δεν είχε συγκεκριμένο λόγο, απλά αυτό της ταίριαξε. Πέρασαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια κι οι κοπέλες δημιούργησαν έναν αδελφικό δεσμό και ταξίδευαν μαζί τον κόσμο. H Άρια πάντα προσπαθούσε να προστατεύσει την Έλμα, εφόσον είχε δει τη σκοτεινή πλευρά του κόσμου. Η Έλμα δεν έβλεπε τους κινδύνους, νόμιζε ότι όλα ήταν ρόδινα. Έβλεπε τον κόσμο μέσα από ροζ γυαλιά. Μια μέρα, εκεί που μάζευε λουλούδια, την πλησίασε ένας καλικάντζαρος. Δεν τρόμαξε καθόλου. Αντιθέτως, ήταν φιλική μαζί του. Ο καλικάντζαρος συστήθηκε ως Μαλού κι άρχισε να λέει στην Έλμα τα πιο όμορφα λόγια που είχε ακούσει ποτέ της: ότι θα την πάει παντού, ότι θα της δώσει τον κόσμο όλον, ότι θα την κάνει βασίλισσα. Η Έλμα πείστηκε απ' τα λόγια του.
Για κάποιον λόγο δεν μπορούσε να δει την ασχήμια του καλικάτζαρου. Τον έβλεπε ως τον τέλειο άνδρα. Μια μέρα αποφάσισε να τον γνωρίσει στην Άρια, που, μόλις τον είδε, άρχισε να φωνάζει, προσπαθώντας να διώξει το φρικτό πλάσμα. Ο Μαλού έφυγε τρομαγμένος, αλλά και πολύ θυμωμένος. Η Έλμα, είχε θυμώσει με την Άρια και τη ρώτησε ποιος ήταν ο λόγος να φερθεί έτσι. Η Άρια απάντησε ότι είχε γνωρίσει πολλούς καλικάντζαρους σαν αυτόν κι ο μόνος τους σκοπός είναι να πληγώσουν ή να σπείρουν τη διχόνοια. Η Έλμα δεν την πίστεψε. Άρχισε να της φωνάζει και να λέει πράγματα που ποτέ κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί. Η Άρια της τόνισε να μη λέει αργότερα ότι δεν την προειδοποίησε, όταν συμβεί το μοιραίο. Η Έλμα έφυγε τρέχοντας. Θυμωμένη, για να βρει τον Μαλού. Όταν τον βρήκε, εκείνος, με τα όμορφα λόγια του, κατάφερε να την πείσει ότι η φίλη της ζήλευε αυτό που είχαν κι ότι ήθελε το κακό της. Της πρότεινε να ζήσουν μαζί και την έπεισε να πάνε σ' ένα παλάτι. Η Έλμα τον πίστεψε. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, δεν είδαν κανένα κάστρο, μόνο μια μουντή σπηλιά. Η Έλμα απόρησε. Εκείνην τη στιγμή, ο Μαλού -από τον τέλειο άνδρα που έδειχνε μέχρι τότε- φανέρωσε την πραγματική του εικόνα, όλη του την ασχήμια. Η Έλμα δεν περνούσε καλά πια. Ήθελε να φύγει, να ξαναβρεί την Άρια. Ωστόσο, δεν μπορούσε, όσο άσχημα κι αν της φερόταν ο Μαλού. Ένιωθε παγιδευμένη, σαν να την είχαν δέσει. Δεν της άρεσε να την ακουμπάει με τα τρισάθλια, γέρικα χέρια του. Ένιωθε πια απέραντη αηδία. Σα να ήταν δεμένη μ' αλυσίδες και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Ούτε της άρεσε η βρωμερή σπηλιά, για να ξαποσταίνει.
 Ένα βράδυ που κοιτούσε τ' αστέρια -μπας και ξεφύγει για λίγο απ' την σκοτεινή όψη της πραγματικότητας που ζούσε- είδε ένα αστέρι. Δεν ήταν σαν τα άλλα. Ήταν το πιο μεγάλο και το πιο φωτεινό και η λάμψη του ήταν τόσο δυνατή, που της έδωσε δύναμη να τ' ακολουθήσει. Το ακολούθησε, ώστε και ξεφύγει και ν' ανακαλύψει τι υπάρχει πίσω απ' αυτό. Στην πορεία, έκανε μία ευχή. Να ξαναβρεθεί με τη Άρια κι όλα να γίνουν χαρούμενα, όπως πριν. Μ' αυτό αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, ήταν κάτω από ένα στολισμένο δέντρο. Δίπλα της ήταν η Άρια και κρεμούσε τις μπάλες και τα λαμπιόνια. Η Έλμα σηκώθηκε κι έτρεξε ν' αγκαλιάσει, κλαίγοντας, τη φίλη της. Η Άρια της αποκάλυψε πως το αστέρι την ενέπνευσε να το στολίσει. Για να γιορτάσουν τη χαρά και την αγάπη στον κόσμο. Η Έλμα σχολίασε πως της θύμιζε το αστέρι εκείνο, μια και ήταν πανέμορφα στολισμένο.  Μετά εξήγησε στην Άρια τι της είχε συμβεί. Οι δύο φίλες μόνιασαν κι από εκείνη τη μέρα, για την 25η Δεκεμβρίου, όλοι στολίζουν δέντρα. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς κι ο κόσμος ακόμη καλύτερα.
******
9) «Τζακ και Φελίνα»
Σε ένα απόμακρο μέρος, πολλά χιλιόμετρα έξω απ' την πόλη, ζούσε μια φτωχή οικογένεια. Αποτελούνταν από τον πατέρα, τη μητέρα και τρία παιδιά. Το μεγαλύτερο ήταν ο Τζακ, μετά η Φελίνα και τέλος ο Φάμπιο, το μικρό. Καθώς οι μέρες περνούσαν και τα Χριστούγεννα πλησίαζαν, όλοι σιγά σιγά έμπαιναν σε γιορτινό κλίμα. Εκτός απ' τον Τζακ και τη Φελίνα που επηρέαζαν και τον Φάμπιο. Αυτός, όμως, είχε βάλει στόχο να τους κάνει να πιστέψουν στα Χριστούγεννα, με κάθε πιθανό τρόπο. Είχαν ξεκινήσει να στολίζουν το δέντρο όλοι μαζί με τα λιγοστά στολίδια που είχαν πια στην κατοχή τους. Τότε η Φελίνα διέκρινε στο παράθυρο μια πολύ έντονη λάμψη. Φώναξε αμέσως τον αδερφό της τον Τζακ να το δει κι εκείνος. 
- Κοίτα, Τζακ, ένα φωτεινό αστέρι!  
Ο Τζακ, με μια περίεργη έκφραση, είπε: 
– Πού το βλέπεις Φελίνα; Εγώ δεν βλέπω τίποτα. Η Φελίνα παραξενεύτηκε, κι απάντησε: 
- Μα πώς δεν το βλέπεις; Λάμπει τόσο πολύ που κάνει την νύχτα μέρα! 
Ύστερα ο Τζακ της ζήτησε να πάει για ύπνο, γιατί είχε περάσει η ώρα, οπότε ίσως έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν, απ' την κούραση. Εκείνη αρνήθηκε. Έβαλε τα παπούτσια, το παλτό και βγήκε έξω. Να παρατηρήσει καλύτερα αυτό που λίγο πριν είχε εντοπίσει. Ανοίγοντας την πόρτα, ακούστηκε το όνομα της: 
- Φελίνα! Φελίνα! 
Τρομοκρατημένη φωνάζει τον Τζακ, του εξηγεί τι έγινε κι εκείνος παγώνει. Αρχίζει να πιστεύει ότι, όντως, κάτι παράξενο υπάρχει. Φωνάζουν έξω και τη μητέρα, τον πατέρα, το μικρό τους αδερφό, μήπως όλοι μαζί μπορέσουν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Καθώς η Φελίνα κι ο Τζακ εξηγούσαν το σκηνικό στους υπόλοιπους, ο Φάμπιο χαμογελούσε. Εκείνος είχε καλέσει τα ξωτικά του Αϊ-Βασίλη, για να πείσει τ' αδέρφια του πως η μαγεία των Χριστουγέννων είναι αληθινή. Έτσι τα ξωτικά εμφανίστηκαν με τα δώρα των παιδιών στα χέρια. Από τότε ο Τζακ και η Φελίνα δεν έχουν  καμιά αμφιβολία και λατρεύουν τα Χριστούγεννα, όπως κι οι περισσότεροι άνθρωποι σ' αυτόν τον πλανήτη. Καλές γιορτές!
*****
10) «Το επάγγελμα της Κίττυ»
Οχτώ χιλιόμετρα έξω από Ελσίνκι, υπήρχε ένα χωριό ονόματι Γιόρκι. Ο κόσμος εκεί ήταν εντελώς διαφορετικός. Οι περισσότεροι δεν ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση. Επιπλέον οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν άκακοι, αλλά ταυτόχρονα όχι τόσο φιλικοί ή βοηθητικοί προς τους άστεγους. Έτσι μια μέρα που όλος ο τόπος ήταν χιονισμένος γεννήθηκε η Κίττυ. Ήταν ένα κορίτσι, που δυστυχώς μεγάλωσε μόνη της στον δρόμο. Οι γονείς της την είχαν παρατήσει μια κρύα νύχτα του χειμώνα, όταν ήταν ακόμη βρέφος, λόγω της κακής τους χρηματικής κατάστασης. Τα χρόνια περνούσαν κι η Κίττυ προσπαθούσε να εκπαιδεύσει τον εαυτό της στην κοντινότερη βιβλιοθήκη του χωριού ώστε κάποια μέρα να μπορέσει να βγάζει λεφτά  από μια δουλειά που θα της αρέσει πραγματικά. 
    Μία μέρα, όπως κατευθυνόταν στη βιβλιοθήκη, παρατήρησε έναν κύριο που μοίραζε εφημερίδες. Της φάνηκε περίεργο κάποιος να περιφέρεται μέσα στο κρύο και να κάνει κάτι τόσο απλό. Όταν τον ρώτησε γιατί το κάνει, αυτός της απάντησε: 
- Το κάνω, γιατί μου αρέσει να ενημερώνω τον κόσμο για κάθετι νέο. Άμεσα! 
- Δεν είναι δύσκολο όμως αυτό; ρώτησε εκείνη. 
- Είναι, αλλά μου αρέσει! Τελοσπάντων, εάν θες, πάρε μια εφημερίδα. 
    Του είπε εντάξει και την πήρε. Μόλις την άνοιξε, τα βλέμμα της έπεσε σε μιαν αγγελία έλλειψης εργαζομένων σ' ένα κοντινό βιβλιοπωλείο. Της άρεσε αυτό που μόλις είχε διαβάσει και πήρε την απόφαση να πάει να ρωτήσει αν θα μπορούσε να εργαστεί εκεί.  την Μόλις τη γνώρισε ο καταστηματάρχης τρελάθηκε με τις γνώσεις που είχε για τα βιβλία και την προσέλαβε κατευθείαν. Έτσι εκείνα τα Χριστούγεννα ήρθαν με χαρά κι ικανοποίηση για την Κίττυ. Και μ' ένα ικανοποιητικό χρηματικό ποσό, που από τότε κι έπειτα ερχόταν στην κατοχή της, κάνοντας αυτό που αγαπούσε. Χρόνια πολλά, με υγεία σε όλους!
🥀🥀🥀🥀🌹🌹🌹🌹🌺🌺🌺🌺🪻🪻🪻🌻🌻🌻


«Με αφορμή1 τη γιορτή των Χριστουγέννων»

 

1) «Αγάπη, Ειρήνη και Χαρά»

Μία νύχτα -στα παλιά τα χρόνια στην περιοχή της Ναζαρέτ- σε μια παγωμένη φάτνη σ' έναν στάβλο γεμάτο αγνά ζωάκια σταμάτησε η Παναγία μας να φέρει Αγάπη, Ειρήνη και Χαρά στον κόσμο μας, φέρνοντας στη ζωή τον Ιησού Χριστό. Ένα βράδυ γεμάτο πόνο, κούραση και κραυγές -ψάχνοντας για βοήθεια μες στα χιόνια και στο κρύο- βρέθηκε αντιμέτωπη μ' έναν βοσκό που, αμέσως, πρόσφερε βοήθεια στη νεαρή κοπέλα. Έτσι, λοιπόν, έτρεξε γρήγορα να ετοιμάσει τη φάτνη, για τη γέννα του μικρού μας Ιησού. Αφού μάζεψε τα ζώα στους φράχτες, ετοίμασε ένα μέρος, για να μπορέσει να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Μαρία, ετοίμασε τα πιο μαλακά άχυρα που μπορούσε να βρει γύρω της. Έπειτα βρήκε κάτι παλιές, ξεχασμένες κουβέρτες στην αποθήκη του στάβλου. Αφού τελείωσε, έβαλε τη Μαρία να ξαπλώσει και βγήκε έξω, αφήνοντας την μόνη με τον Ιωσήφ. Εκείνο το βράδυ πάνω στον ουρανό έλαμψε ένα τεράστιο αστέρι που καθοδήγησε τρεις μυστήριους Μάγους προς την περιοχή του στάβλου. Περίπου δύο τρεις ώρες μετά, η Μαρία γέννησε κι οι μάγοι έφτασαν για να προσφέρουν τις ευχές και τα δώρα τους. Αυτό το γεγονός για εμάς λέγεται Χριστούγεννα που τα γιορτάζουμε τον χειμώνα. Μια παγκόσμια γιορτή που την τιμούμε μαζί με την οικογένεια και τους γνωστούς μας.
*****
2) «Η Σωτηρία των Χριστουγέννων»
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα απομακρυσμένο χωριό πάνω στα βουνά, το οποίο δεν γιόρταζε ποτέ τα Χριστούγεννα, γιατί οι άνθρωποι ήταν δυστυχισμένοι και δεν ένιωθαν το νόημα της γιορτής . Δε ζήσαν ποτέ τη χαρά των Χριστουγέννων κι όσο οι υπόλοιποι γιόρταζαν, αυτοί δούλευαν στα χωράφια τους. Ώσπου κάποια Χριστούγεννα κατέβηκε από τα βουνά ένας μυστήριος άνθρωπος, λίγο παχουλός. Φορούσε κόκκινο κουστούμι, είχε μια μεγάλη άσπρη γενειάδα κι ισχυριζόταν πως τον λέγανε Βασίλη. Προσπάθησε να τους φέρει το πνεύμα των Χριστούγεννων. Επειδή, όμως, δεν είχαν νιώσει ποτέ μα ποτέ το νόημα του, τον αμφισβητούσαν και ζητούσαν να φύγει. Ο Βασίλης δεν το έβαλε κάτω. Πείσμωσε και τους έδειξε τη μαγεία των Χριστουγέννων.  Ανεβαίνοντας στο έλκηθρο, μοιράζοντας δώρα και χριστουγεννιάτικα φαγητά σ' όλα τα σπίτια. Έτσι οι πολίτες άρχισαν να τον πιστεύουν. Την επόμενη μέρα στόλισαν το χωριό με φωτάκια και δέντρα και έφεραν όλοι μαζί στο κέντρο του χωριού και δίνανε δώρα ο ένας στον άλλον. Από τότε και κάθε χρονιά γιόρταζαν τα Χριστούγεννα όλοι μαζί χάρη στον Άγιο Βασίλη που ερχόταν το βράδυ, όταν κοιμούνταν, και τους μοίραζε δώρα. Κι έτσι ζήσαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα. 
*****
3) «Δεν μπλέκεις...»
Πριν από λίγα χρόνια, καθόμουν με τον φίλο μου την παραμονή των Χριστουγέννων και περιμέναμε με ανυπομονησία να μας φέρει τα δώρα ο Αϊ Βασίλης. Τοποθετήσαμε κάμερες σ' όλο το σπίτι για να 'χουμε αποδείξεις, αλλά στο τέλος μας πήρε ο ύπνος. Ο «καθυστερημένος» κύριος ήρθε, έφαγε τα μπισκότα και δε μας άφησε τη φεράρι που ζητήσαμε. Πήγαμε, λοιπόν, στον Βόρειο Πόλο να διαμαρτυρηθούμε, αλλά μας είπε πως δεν ήμασταν καλά παιδιά. Ορμήσαμε να τον δείρουμε, αλλά μπήκε μπροστά ο Ρούντολφ και μας εμβόλισε.
   Τότε δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να πάμε να βρούμε τον Γκρίντζο. Τον πληρώσαμε και  πήγε να πάρει πίσω όλα τα δώρα που μοίρασε ο Αϊ Βασίλης. Έτσι κανένα παιδί δεν είχε πια δώρο. Την επομένη νύχτα ο Αϊ Βασίλης ήρθε για εκδίκηση. Αλλα εμείς ήμασταν προετοιμασμένοι. Έίχαμε μικρύνει την καμινάδα κι έτσι εκείνος σφήνωσε. Ανάψαμε και το τζάκι, οπότε κάηкε ο ποπός του. Τον αφήσαμε έτσι, μέχρι που 'πεσε μες στο τζάκι. Την επομένη μας έφερε τρεις Φεράρι, όχι μόνο μία...
*****
4) «Η πολιτεία των ονείρων μας»
Η πολιτεία των ονείρων μου είναι ένας τόπος γεμάτος όμορφα τοπία. Έμπνευση κι αρμονία. Φαντάζομαι μια πολιτεία που ενώνει τους ανθρώπους με την αγάπη, τη δημιουργικότητα και τη συνεργασία. Ίσως ένα μέρος όπου η φύση συναντά την τεχνολογια, μ' έναν βιώσιμο τρόπο. Ένα όμορφο πρωινό ξημερώνει στο ποτάμι του Δούναβη κι εμείς χαζεύουμε την πανέμορφη θέα με τα καταπράσινα βουνά, την Ανατολή του ήλιου και το υπέροχο ποτάμι. Συνεχίσαμε τη μέρα με μια ενδιαφέρουσα εξερεύνηση της περιοχής. Ανακαλύψαμε πολλά άλλα, ξεχωριστά και τρομερά τοπία που δεν μπορείς να σταματήσεις να κοιτάζεις. Η μέρα έκλεισε με τ' άναμμα της φωτιάς στο δάσος, για να ζεσταθούμε και να ψήσουμε τα ποταμίσια ψάρια που ψαρέψαμε χτες.
*****
5) «Το ανεξήγητο γεγονός...»
Εκείνο το βράδυ η «ονειρεμένη Πολιτεία» δεν κοιμήθηκε στιγμή, γιατί τα Χριστούγεννα κόντευαν. Το χωριό ήταν γεμάτο λαμπάκια, δέντρα κι ένα χριστουγεννιάτικο πνεύμα πρωτόγνωρο. Όλα ήταν χιονισμένα. Τα παιδιά βγήκαν να παίξουν στο χιόνι κι όλοι ήταν τόσο, μα τόσο, χαρούμενοι. Ξαφνικά αναστατώθηκαν οι πάντες. Ο ουρανός καλύφθηκε μ' ένα παράξενο φως που έμοιαζε να έρχεται από κάπου, πολύ μακριά. Κανείς δεν μπορούσε εξηγήσει την προέλευσή του κι οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν. Ο μικρος Τάκης, μόλις είδε το φως, θυμήθηκε μια αρχαία ιστορία που του είχε πει ο παππούς του. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι στην πλατεία του χωριού κι έλεγαν ιστορίες που έχουν ακούσει από τα μέλη της οικογένειας τους. Ο καθένας ερμήνευε το γεγονός με τον δικό του τρόπο. Η κυρία Διονυσία, γνωστή ως γερόντισσα, έλεγε πως αυτό το φως ίσως να έχει έρθει για καλό, ίσως να έχει έρθει για ν' ακολουθήσουν την πορεία του. Όλη η πόλη έμεινε άγρυπνη εκείνο το βράδυ, προσπαθώντας να συλλάβει το ανεξήγητο γεγονός...
*****
6) «Οι ήρωες των Χριστουγέννων»
Εκείνο το βράδυ η «Ονειρεμένη Πολιτεία» δεν κοιμήθηκε στιγμή! Όλοι ήταν ανάστατοι, γιατί ο Γκριντζ ήρθε στο χωριό κι έκλεψε οτιδήποτε χριστουγεννιάτικο υπήρχε. Οι κάτοικοι, απελπισμένοι κι απογοητευμένοι, σιγά σιγά έχαναν το πνεύμα των Χριστουγέννων. Για καλή τους τύχη δυο παιδιά, ο Τζέικ κι ο Νικόλας, είδαν τον Γκριντζ να φεύγει κι αποφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Μάταια, όμως, προσπάθησαν. Ο Γκριντζ, με τα τέσσερα βόδια να τον  οδηγούν στη σπηλιά του, κατάφερε να ξεφύγει. Τότε ο Τζέικ είχε τη φαϊνή ιδέα να πάνε στον Βόρειο Πόλο και να το αναφέρουν στον Άι Βασίλη, Στον δρόμο τους συνάντησαν τον Αμίρ που -επειδή ήταν «φτιαγμένος διαφορετικά»- ζήτησαν τη βοήθειά του, για να πάρουν πίσω τα δώρα και τον στολισμό που έκλεψε ο Γκρίντζ. Στην αρχή, ο Αμίρ αρνήθηκε, αλλά μετά του πρότειναν να του δώσουν τρία δολάρια, δέχτηκε και ξεκίνησε την αποστολή του. Στον δρόμο του, όμως, συνάντησε μιαν αρκούδα και δεν έκανε πίσω. Εμφάνισε με μαγικό τρόπο ένα γλειφιτζούρι και της το έδωσε, οπότε ο Αμίρ κι η αρκούδα έγιναν φίλοι. Μετά από λίγο ο Αμίρ ανακάλυψε τη σπηλιά του Γκριντζ και κατάφερε να πάρει τα πάντα πίσω, χωρίς να το καταλάβει. Οι τρεις ήρωες έφεραν χαρούμενοι πίσω στο χωριό τον στολισμό και τα δώρα, σώζοντας μ' αυτόν τον τρόπο το πνεύμα των Χριστουγέννων.
    Αργότερα το βραδάκι, όσο χαλάρωναν ο Τζέικ κι ο Νικόλας, ξαφνικά τους απήγαγαν κάτι ξωτικά και τους υπνώτισαν. Όταν ξύπνησαν, αντίκρισαν τον Γκρίντζ. Τους είπε, «Γι' αυτό που κάνατε, θα το πληρώσετε ακριβά.» και τους κλείδωσε σ' ένα δωμάτιο με κατσαρίδες. Απελπισμένοι οι δυο φίλοι παραδόθηκαν στην μοίρα τους αλλά τότε συνέβη ένα θύμα. Ο Άι Βασίλης τους απελευθέρωσε και τους πήγε στον Βόρειο Πόλο, μαζί με τον Γκριντζ και τα κακά ξωτικά. Αφου είχε δει τι είχε γίνει, ο Άι Βασίλης κλείδωσε τον Γκριντζ και τα κακά ξωτικά στο υπόγειο και χάρισε στα δύο παιδιά το σκουφί του. και το όνομα «ήρωες των Χριστουγέννων».
*****
7) «Η ιστορία του μικρού Ιωσήφ»
Έναν καιρό και μια φορά, ανήμερα των Χριστουγέννων, μια οικογένεια φτωχή άφησε το νεογέννητο μωρό τους, έξω απ' την πόρτα ενός σπιτιού στην περιοχή Πανόραμα. Στο καλάθι του μωρού η μητέρα είχε ένα σημείωμα: «Ιωσήφ, ψάξε να με βρεις, όταν νιώσεις το πνεύμα των Χριστουγέννων. Με αγάπη... η μητέρα του!». O Ιωσήφ, με τη νέα του οικογένεια, μεγάλωσε μέσα στις ανέσεις και την πολυτέλεια. Όταν έφτασε στην ηλικία των δεκαέξι και κατανόησε πλήρως το νόημα των Χριστουγέννων, αποφάσισε να ξεκινήσει το ταξίδι του.
    Τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων έφυγε, δίχως την άδεια των γονιών του. Πρώτα επισκέφθηκε τη λίμνη Τρινίκα Βέσσιο, όπου υπήρχε ένας μύθος σχετικά με τη μαγική ύπαρξη ενός ξωτικού, ονόματι «κουραμπιές». Λεγόταν πως μπορούσε να βοηθήσει σ' αυτό το ταξίδι του Ιωσήφ. 
    Ο Ιωσήφ, αποφασισμένος να βρει τη μαμά του, επισκέφτηκε τον Κουραμπιέ. Μαγεμένοι από την ομορφιά και το πνεύμα των Χριστουγέννων, ταξίδεψαν μαζί μέσα από το Άρτο ντε Αργκέντο με τον μαγικό ιπτάμενο τάρανδο του κουραμπιέ και τη μαγική πυξίδα -δώρο του Αϊ Βασίλη στον Κουραμπιέ- κι έτσι μπορούσαν να βρουν εύκολα τη μητέρα του Ιωσήφ.
    Μετά το μεγάλο ταξίδι τους, η πυξίδα άρχισε να τραγουδάει, σημάδι πως έφτασαν στον τελικό τους προορισμό, την Χιονοτοπία, μια πόλη καλυμμένη από χιόνι. Εκεί έψαξαν όλα τα σπίτια κι έχασαν σιγά σιγά όλες τις ελπίδες τους μία προς μία. Ώσπου τελικά το ένιωσαν. Το πνεύμα των Χριστουγέννων τραγουδούσε μέσα τους. Και τελικά την βρήκαν. Ο Ιωσήφ την αγκάλιασε, μόλις την είδε μπροστά της. Έτσι η αποστολή του κουραμπιέ έφτασε στο τέλος της και πέταξε στον ουρανό. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...
*****
8) «Η Συνωμοσία των Χριστουγέννων»
Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα απομακρυσμένο  χωριό ζούσε ένα παιδί που το έλεγαν Παναγιώτη. Οι γονείς του είχαν πάει ένα ταξίδι κι είχε μείνει μαζί με την νταντά, για να τον προσέχει. Ένα απόγευμα η νταντά πήγε μέχρι το σουπερμάρκετ. Το παιδί είχε μείνει μόνο του μέσα στο σπίτι. Κάποιοι άνθρωποι προσπάθησαν να το ληστέψουν και το παιδί είχε τρομοκρατηθεί. Στη συνέχεια σκέφτηκε πολλούς τρόπους, ώστε να δημιουργήσει αρκετές παγίδες. Οι ληστές μπόρεσαν και μπήκαν μέσα στο σπίτι, αλλά το παιδί είχε ήδη ετοιμάσει τις παγίδες. Οι ληστές έπεσαν πάνω σε όλες τις μικρές παγίδες που είχε δημιουργήσει ο μικρός Παναγιώτης. Αυτός, όσο οι ληστές ήταν μπλεγμένοι στις παγίδες, κάλεσε την αστυνομία. Η αστυνομία -στα επόμενα 20 λεπτά- συνέλαβε τους ληστές. Η νταντά του μικρού Παναγιώτη, όταν είδε την αστυνομία έξω απ' το σπίτι, τρόμαξε. Όταν έμαθε από τους αστυνομικούς τι έγινε, πήγε στο τμήμα, για να δώσει κατάθεση. Έτσι ο μικρός Παναγιώτης ήταν μια χαρά κι ασφαλής πλέον, ενώ οι γονείς, αφού γύρισαν πίσω, ζήσαν αυτοί καλά κι μείς καλύτερα...
*****
9) «Το χριστουγεννιάτικο Χωριό»
Μια φορά κι ένα μαγικό χωριό, η οικογένεια του μικρού Αναξίμανδρου έφτασε εκεί όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων, στον εντυπωσιακό Βόρειο Πόλο. Ο μικρός Αναξίμανδρος, αποφάσισε να εξερευνήσει το μαγευτικό αυτό μέρος. Έπειτα, από αρκετές ώρες περιπλάνησης, συνειδητοποίησε πως είχε πλέον χαθεί. Όμως, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Έτσι, αφού άναψε φωτιά, κατασκήνωσε κάτω απ' ένα δέντρο. Ξαφνικά, άκουσε παράξενους βηματισμούς. Αυτό ήταν κι η αιτία να ξυπνήσει. Αντίκρισε, τότε, μια μικροσκοπική φιγούρα και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Μετά αρκετή ώρα, διέκρινε ένα υπερβατικό φως. Πλησίασε πιο κοντά και δεν μπορούσε να πιστέψει ό,τι έβλεπε. Περιτριγυριζόταν από πολλά ξωτικά που χαρωπά συζητούσαν μεταξύ τους. Λίγο πιο ρκει είδε και τον μυθικό Άγιο Βασίλη. Μαγεμένος ο Αναξίμανδρος απ' την ομορφιά του χωριού, ρώτησε εάν μπορούσε να μείνει, για να τους βοηθήσει με την παράδοση των δώρων μιας κι ήταν η παραμονή των Χριστουγέννων. Ο Άγιος Βασίλης, με χαρά δέχτηκε την πρόταση του μικρού Αναξίμανδρου. Έτσι ξεκίνησαν μαζί γι' αυτήν τη μαγική εμπειρία. Μετά την επιτυχία της αποστολής τους, ο Άγιος Βασίλης τον ευχαρίστησε και τον πήγε πίσω στην οικογένεια του με το ιπτάμενο έλκυθρο. Αυτή η εμπειρία έμεινε για πάντα χαραγμένη στο μυαλό του μικρού παιδιού. Ήταν πολύ χαρούμενος που βοήθησε τον Άγιο Βασίλη καθώς κι επειδή μοιράστηκε τη μαγική αυτή περιπέτεια μαζί του.
*****
10) «Το πνεύμα των παιχνιδιών»
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη μακρινή ζούσε ένας πατέρας με το παιδί του. Ο πατέρας ήταν ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης βιομηχανίας παιχνιδιών στην περιοχή.
Ήταν γιορτές, παραμονή Χριστουγέννων, κι η βιομηχανία διοργάνωνε γιορτή, την τελευταία της χρονιάς. Ο πατέρας έπαιρνε μαζί τον γιο του κάθε χρόνο. Όμως, το παιδί είχε ακούσει φήμες απ' τους παλιούς πως -τάχα- εκείνην τη νύχτα τα παιχνίδια ζωντάνευαν. Έτσι, είχε την περιέργεια να δει αν αληθεύουν οι φήμες...
Όταν τελείωσε η γιορτή κι όλοι οι εργάτες και φιλοξενούμενοι έφυγαν, ο μικρός ξεγλύστρισε στην αποθήκη. Μα, βρισκόταν στο υπόγειο. Ο μπαμπάς συμμάζευε τον χώρο της γιορτής και δεν κατάλαβε πως το παιδί ήταν άφαντο. Όταν άνοιξε η πόρτα της αποθήκης, το παιδί -προς έκπληξή του- επιβεβαίωσε τις παιχνιδοφήμες. Είδε τις κούκλες να χορεύουν χέρι-χέρι, τα τρενάκια να σφυρίζουν και τα στρατιωτάκια να παρατάσονται σε φάλαγγες. Όλα, φυσικά, τα συντόνιζε ο Άι Βασίλης με τον μαγικό σκούφο. Ο γιος δίστασε, αρχικά, να μπει στην αίθουσα. Τελικά πήρε θάρρος κι έγινε ένα με τη γιορτή των παιχνιδιών.
  Εν τω μεταξύ, ο πατέρας του κατάλαβε ότι έλειπε και ξεκίνησε να τον ψάχνει, σ' όλους τους ορόφους του κτιρίου, φωνάζοντας. Μέχρι που πέρασε από την αποθήκη κι άκουσε φωνές και μουσικές. Βρήκε τον γιο του με τα παιχνίδια να παίζουν. Δεν μπορούσε να το πιστέψει!
«Πώς είναι δυνατόν;» σκέφτηκε...τελικά, ο γιος εξήγησε όλην την ιστορία και τις φήμες. Ο πατέρας έμεινε άφωνος. Κάθισαν μαζί κι έπαιξαν ως την ανατολή του ήλιου. Ξημέρωναν, επιτέλους, τα Χριστούγεννα και τα μαγαζιά την επομένη θα ήταν κλειστά. Έπρεπε, λοιπόν, να επιστρέψουν σπίτι, οπότε αποχαιρέτησαν αναγκαστικά τα παιχνίδια.
  Τελικώς, απεδείχτη περίτρανα πως το πνεύμα των Χριστουγέννων δε μεταφέρεται μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στα παιχνίδια. Μεταφέρεται, γενικώς, σ' όποιον έχει την αγάπη στην ψυχή του!



«Αν τα Χριστούγεννα... ήταν»

  

Αν τα Χριστούγεννα... 
ήταν χρώμα 
θα ήταν κόκκινο
και θα ήταν τα δώρα κάτω απ' το δέντρο.
Αν ήταν ήχος 
θα 'ταν καμπάνες
και θα θύμιζε το γιορτινό κλίμα.
Αν ήταν γεύση,
θα 'ταν σίγουρα 
μελομακάρονα που τρώμε όλη μέρα. 
Αν ήταν μυρωδιά 
θα ήταν κανέλα
από μελομακάρονα.
*****

Αν ήταν χρώμα θα ήταν σκήπτρο πράσινο 
και θα μου θύμιζε τον Κριτζ 
των παιδικών μου χρόνων.
Αν ήταν ήχος θα 'ταν καμπάνες 
και θα με ξύπναγαν κάθε πρωί.
Αν ήταν γεύση θα 'ταν μελομακάρονα
και θα 'τρωγα κάθε μέρα πολλά.

Αν ήταν μυρωδιά θα ήταν κανέλα
και θα μου θύμιζε τη φάτνη του Χριστού.
[Αγάπη-Χαρά-Οικογένεια-Διακοπές-
Ευτυχία-Στολίδια-Καλοπέραση-
Άγιος Βασίλης-Φαγητό- Ξενύχτι]
*****
Χριστούγεννα...
αν ήταν χρώμα θα 'ταν κόκκινο στολίδι 
και θα το κρεμούσα στο δέντρο.
Αν ήταν ήχος θα 'ταν βιολί και θα ακουγόταν ρυθμικά. Αν ήταν γεύση θα 'ταν γλυκά μελομακάρονα και θα τρώγαμε συνεχώς.
Αν ήταν μυρωδιά θα 'ταν κανέλα και θα μας θύμιζε μπισκότα.
*****
Αν ήταν χρώμα θα ήταν σκούρο μπλε 
και θα 'μοιαζε χιονισμένο δρομάκι.
Αν ήταν ήχος, θα ήταν παιδιά 
που λένε τα Κάλαντα. Αν ήταν γεύση, 
θα ήταν καραμελωμένα ζαχαρωτά. 
Αν ήταν μυρωδιά θα ήταν κανέλα 
και ξύλα που θα έκαιγαν παντού. 
Για ζεστασιά.  
******
Χριστούγεννα...
Αν ήταν χρώμα θα 'ταν άσπρο 
και θα 'μοιαζε με χιόνι. 
Αν ήταν ήχος θα ήταν καμπάνα 
και θα θύμιζε εκκλησία. 
Αν ήταν γεύση θα 'ταν κουραμπιές 
και θα 'ταν ολόγλυκος.
Αν ήταν μυρωδιά, θα ήταν μπισκότα 
και θα ήταν νόστιμα.
*****
Αν ήταν χρώμα θα' ταν άσπρο  
και θα 'ταν σα χιόνι. 
Αν ήταν ήχος θα 'ταν τρίγωνο 
και θα θύμιζε Κάλαντα.
Αν ήταν γεύση θα 'ταν κουραμπιέδες 
και θα γεμίζαμε άχνη.
Αν ήταν μυρωδιά θα ήταν γλυκό κανταΐφι 
και θα το τρώγαμε λαίμαργα.
*****
Αν τα Χριστούγεννα ήταν χρώμα 
θα ήταν κόκκινο και θα θύμιζε 
τον σάκο με τα δώρα του Άγιου.
Αν ήταν ήχος θα ήταν κουδουνάκια 
και θα θύμιζε το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη.
Αν ήταν γεύση θα 'ταν κουραμπιέδες 
και θα τους τρώγαμε όλη μέρα.
*****
Αν ήταν χρώμα θα ήταν πράσινο 
και γαλάζιο σαν τα δέντρα και τον Πάγο. 
Αν ήταν ήχος θα ήταν καμπανάκια 
σαν αυτά στα τη παπούτσια των ξωτικών. 
Αν ήταν γεύση θα ήταν μελομακάρονα 
και κουραμπιέδες σαν τα ονόματα της πόλης 
και της λίμνης αντίστοιχα.
Αν ήταν μυρωδιά θα ήταν κανέλα 
σαν αυτή που ποτίζει τα μελομακάρονα.
*****
Χριστούγεννα... αν ήταν χρώμα,
 θα ήταν κόκκινο και θα θύμιζε 
τις φλόγες απ' το τζάκι 
του στολισμένου σπιτιού.
Αν ήταν γεύση, θα 'ταν μελομακάρονο 
και θα 'ταν τόσο γλυκό που όποιος 
το 'τρωγε θα ξεχνούσε κάθε τι κακό.
Αν ήταν ήχος, θα ήταν καμπανάκι 
και θα καλούσε όλα τα παιδιά του κόσμου 
να βγουν στα χιόνι να παίξουν. 
Αν ήταν άρωμα θα ήταν κανέλα 
και θα σκορπιζόταν σ' όλα τα σπίτια της γης.
Και τέλος αν ήταν άγγιγμα, 
θα ήταν μια αγκαλιά 
και θα ζέσταινε κάθε φυλή τ' ανθρώπου.
*****
Χριστούγεννα... αν ήταν χρώμα,
θα ήταν κόκκινο και θα το μπέρδευαν 
με τη ζεστασιά του τζακιού! 
Αν ήταν γεύση θα ήταν γλυκιά 
και θα θύμιζε μελομακάρονα.
Αν ήταν ήχος θα ήταν παιδικές φωνές 
και θ' ακούγονταν κάλαντα! 
Αν ήταν άρωμα θα ήταν ευωδιαστό 
και θα θύμιζε ψητά κάστανα.
Και τέλος αν ήταν άγγιγμα, θα ήταν θερμό 
και θα 'μοιαζε στο άγγιγμα της μητέρας 
στο μικρό παιδί της. 
*****
Χριστούγεννα... αν ήταν χρώμα,
 θα ήταν κόκκινο της φωτιάς.
Αν ήταν γεύση θα ήταν γλυκό του κουταλιού.
Αν ήταν ήχος, θα ήταν κουδούνισμα μεταμεσονύχτιο στην πόρτα.
Αν ήταν άρωμα, θα ήταν φρεσκοψημένο μελομακάρονο. Κι αν ήταν άγγιγμα, 
θα ήταν αγκαλιά συντροφική.
*****
Αν τα Χριστούγεννα ήταν Χρώμα, 
θα ήταν κόκκινο, 
αν ήταν γεύση θα ήταν γλυκό, 
αν ήταν άρωμα θα 'ταν μελομακάρονο 
κι αν ήταν άγγιγμα, θα ήταν μεγάλη αγκαλιά.
*****
Αν η νύχτα ήταν ήχος, θα 'ταν όπερα 
και θα χαλάρωνε τον κόσμο.
Αν ήταν χρώμα, θα ήταν άσπρο 
και θα φώτιζε τα όνειρά μας.
Αν ήταν γεύση, θα 'ταν φαστφουντ αλμυρά
και θα συνόδευαν μια ωραία ταινία.
Αν ήταν άρωμα, θα 'ταν λουλούδια
και θα μύριζαν οι κουβέρτες ωραία όνειρα.
κι εν τέλει αν ήταν εικόνα, 
θα 'μοιαζε σε περιβάλλον με λουλούδια.
Αποδίδουμε ποιητικά...την έμπνευσή μας:
Μια νύχτα μαγεμένη
Δυο άστρα μελωμένα.
Πέντε παιδιά τραγουδούν, 
τριάντα μαγειρεύουν.

Μια νύχτα με φεγγάρι 
με κρασί συνοδευμένη
θυμίζει ανθρώπινο χρυσό,
με παπαρούνες άπειρες.
*****
Αν η νύχτα ήταν ήχος, 
θα 'ταν της κουκουβάγιας.
και θα με ξυπνούσε.
Αν ήταν χρώμα, θα ήταν ροζ
και θα 'χε μπλε μάτια.
Αν ήταν γεύση, θα 'ταν τσιχλόφουσκα
και θα μου άρεσε να τη μυρίζω.
Αν ήταν άρωμα, θα ήτανε κανέλα,
θα μου τρυπούσε τα ρουθούνια 
και θα την έκανα μπισκότα.
Κι εν τέλει αν ήταν εικόνα, 
θα 'μοιαζε με βραδινή παρέα στη θάλασσα.
Αποδίδουμε ποιητικά...την έμπνευσή μας:
Χριστούγεννα πρωί
κέρδισα το φλουρί
το πήρα στα κρυφά
φορώντας μια ποδιά.

Ο Αϊ Βασίλης μου χτυπά
τα δώρα έφερε ξανά
και μου 'δωσε πάλι χαρά.
*****
Αν τα Χριστούγεννα ήταν χρώμα, 
θα ήταν κόκκινο, 
αν ήταν γεύση,
θα ήταν μελομακάρονο. 
Αν ήταν άρωμα, θα ήταν κανέλα,
αν ήταν άγγιγμα, θα ήταν 
το χιόνι που πέφτει απαλά.

Εμπνεύομαι από το «1984»

 

Υποθέστε ότι είστε ένας/μία νέος/ νέα που ζει στον κόσμο του «1984». Αφηγηθείτε το εφιαλτικό χρονικό μιας ημέρας στο ημερολόγιο σας!

1. Φρίκη του σήμερα... Αγαπημένη μου φίλη,
Άλλη μια μέρα που δεν έχει αλλάξει τίποτα. Άλλη μια μέρα που το σκοτάδι είναι πιο δυνατό απ' το φως. Δεν ξέρω πλέον πότε θα ξαναδώ τον ήλιο με τα μάτια της καρδιάς. Είσαι η μόνη που μου 'χει απομείνει. Είσαι αυτή που μου δίνει Ελπίδα. Όλα εδώ μέσα είναι τόσο σκοτεινά! Οι άνθρωποι έχουν μίσος στην ψυχή. Μου είναι αδύνατο να σηκωθώ πια απ' το κρεβάτι. Μας αναγκάζουν να σηκωθούμε! Είναι τόσο δύσκολο να ξαναζήσω, όπως ζούσα κάποτε. 
    Σήμερα μ' έβαλαν να καθαρίσω την κουζίνα τους . Ήταν βρώμικη. Τόσο βρώμικη! Ποτέ δεν κατάλαβα πως μπορούν και τρώνε αυτό το φαγητό που μόνο έντομα δεν έχει πάνω του. Τα πιάτα ήταν πολλά. Ευτυχώς! Γιατί δεν ήθελα να κλειστώ πάλι στα σκοτάδια. Όταν πλένεις πιάτα,  απ' την αίθουσα καθαριότητας τουλάχιστον βλέπεις λίγο φως. Λαμπυρίζει και φωτίζει τα σκοτάδια μας...
    Αγαπημένη μου φίλη, έχει πάει ήδη τρεις. Θα έπρεπε να έχω πάει επάνω. Σιγά μη με ψάξουν! Λέω να κοιμηθώ κάτω απ' το παράθυρο. Όταν θα ξημερώσει, θ' αντικρίσω το φως του ήλιου. Τόσο αναζωογονητικό! Άσχετα που δεν είναι πια ο ίδιος! Θα σου γράψω και πάλι αύριο. Άμα βεβαίως ζω μέχρι αύριο...

2.                                                Χάος της 8/4/2225
Αγαπητό μου ημερολόγιο,  
το πρωί ξύπνησα με την ανάμνηση ενός φρικτού εφιάλτη στο μυαλό. Ήμουν σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο, ολομόναχη. Λίγο αργότερα, μια γυναίκα με ξανθά μαλλιά μπήκε  τρέχοντας μέσα, με μεγάλο φόβο στα μάτια της. «Η αστυνομία της σκέψης έρχεται να σε ανακρίνει. Πρέπει να φύγεις!», μου είπε εμφατικά. Σηκώθηκα να φύγω μαζί της το ταχύτερο δυνατόν. Τη στιγμή που σηκώθηκα, ένας ψηλός, τρομακτικός άντρας μπήκε στο δωμάτιο κι, αφού διέταξε να πιάσουν την κοπέλα που 'χε έρθει να με σώσει, κλείδωσε την πόρτα και άρχισε να με πλησιάζει. Θα με ανέκρινε. Ευτυχώς ένας ήχος με ξύπνησε, πριν προλάβει να συμβεί το μοιραίο. Χθες το βράδυ, καθώς γυρνούσα σπίτι, είδα στον δρόμο μία παλιά φίλη, αλλά δεν της χαμογέλασα όπως συνήθιζα. Δεν ήξερα καν αν θα 'πρεπε να την εμπιστευτώ! Μέσα μου ελπίζω πως θα έρθει κάποτε η μέρα που όλα θα γίνουν όπως παλιά. Ελπίζω... όχι με σοβαρές πιθανότητες θα έλεγα! Μια φωτογραφία που έχω κοντά μου, δίπλα στο κρεβάτι, μου θυμίζει συνεχώς την οικογένεια. Εύχομαι απλά να είναι καλά! Ζηλεύω τόσο αυτούς που αδιαφορούν για την κατάσταση! Ξέρω καλά πως, αν γίνουμε όλοι έτσι, δεν θα υπάρχει σωτηρία. Η άγνοια σώζει, δίνει δύναμη, αλλά ως πότε; Ξέρω πως δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι κι ότι είναι επικίνδυνο να τα γράφω σε εσένα. Αλλά... μόνο εσένα έχω πια! Χίλιες φορές να με πιάσουν, παρά να ζήσω μια ζωή στον φόβο και την υπακοή σε αυτούς. Δεν πρόκειται ν' αλλάξω τη γνώμη και τα πιστεύω μου για τίποτε και κανέναν τους. Απλά ελπίζω να τελειώσουν όλα σύντομα! Αυτά είχα να σου πω για σήμερα, Ξέρω ότι αν είχες στόμα θα συμφωνούσες μαζί μου! Αφού, άλλωστε, τα λέω τόσο ωραία! Μπράβο μας, λοιπόν! Στο επανειπείν, μέχρι νεωτέρας!

3.                                               Φρίκη της 6/4/1984
Αγαπητό  ημερολόγιο,
Δε γνωρίζω τον λογο που συνεχίζω να γράφω! Διακινδυνεύω να ξεχαστεί η ύπαρξή μου, εάν κάποιος ανακαλύψει αυτό το τετράδιο. Βαθιά μέσα μου, όμως, νιώθω πως υπάρχει κάτι που ακόμη αντιστέκεται. Αποτέλεσμα; Γράφω ξανά και ξανά στις γραμμές αυτού του τετραδίου. Ίσως να παραμένει μέσα μου μια ελπίδα πως η ελεύθερη σκέψη θα επιστρέψει ξανά και θα βρω τον παλιό μου εαυτό. Το κόμμα παρακολουθεί και η σκέψη να του εναντιωθούμε φαντάζει στην κυριολεξία έγκλημα. Εάν δεν κάνεις αυτά που ορίζει το κόμμα, είσαι ένοχος. Είναι υποχρέωση σου να χρησιμοποιείς τις λέξεις που σου δίνονται. Ο φόβος με ακολουθεί διαρκώς. Σα μια σκιά που είναι πάντα κοντά μου. Σκοπός του να μου θυμίζει πως δεν κατέχω πλέον την δυνατότητα να σκέφτομαι ελεύθερα. Με βάση τη λογική του κόμματος, ο πόλεμος ισοδυναμεί με Ειρήνη και το να είσαι ελεύθερος σημαίνει την υποταγή σου. Η παρακολούθηση όσο και να με τρομάζει δεν υπερβαίνει τον φόβο ότι πλέον είμαστε όλοι καταδικασμένοι. Ότι η ελευθερία μας δεν υπάρχει. Ζούμε έναν εφιάλτη που σίγουρα δε θ' αντέξουμε για πολύ...

4.               Κάπου ασαφώς, Δευτέρα 10 Μαρτίου
Ημερολόγιο μου,
     Ξύπνησα σήμερα από τον ίδιο  εφιάλτη. Πάντα το ίδιο. Φλόγες, κραυγές, κι η μυρωδιά. Θεέ μου, η μυρωδιά του καμένου! Προσπάθησα να φάω κάτι, αλλά το στομάχι ήταν κόμπος. Το ψωμί μύριζε μούχλα, όπως τα περισσότερα πράγματα εδώ πέρα.  
     Ο ήλιος ήταν ένα θολό πορτοκαλί πράγμα. μέσα στη σκόνη. Βγήκα έξω. Προσεκτικά... πάντοτε προσεκτικά. Δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να παραμονεύει στις σκιές. Είδα τον Γιάννη να ψάχνει για νερό στην παλιά βρύση. Μου είπε ότι άκουσε φήμες για μια ομάδα ανθρώπων που ζουν στα βουνά, κάπου μακριά. Μια ελπίδα, ίσως; Η  ακόμη μία ψεύτικη υπόσχεση; Περάσαμε
την υπόλοιπη μέρα ψάχνοντας για κονσέρβες. Βρήκαμε μόνο μία. Με σάπια φασόλια. Τη μοιραστήκαμε. Το βράδυ, καθίσαμε γύρω από τη μικρή φωτιά. Ο Γιάννης έπαιξε κάτι στην κιθάρα. Μια μελωδία παλιά, από έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Κοιτάξαμε τον ουρανό. Τ' αστέρια δε λάμπουν πια. Δεν υπάρχουν καν στα μάτια μας. Μόνο σκόνη και σκοτάδι.
    Πριν κοιμηθώ, έγραψα  τις γραμμές αυτές. Για να θυμάμαι. Για να μην ξεχάσω ότι κάποτε υπήρξε ένας άλλος κόσμος . Ένας κόσμος με χρώματα, αρώματα, γέλια κι ελπίδα. Και... για να θυμάμαι πως οφείλω να συνεχίσω να ψάχνω! Ακόμη κι αν πια δεν υπάρχει τίποτα να βρεθεί...

5.       Κάπου ασαφώς, Δευτέρα 17 Μαρτίου
Καλό μου ημερολόγιο,
Δεν νομίζω πως θα καταφέρω ν' αντέξω άλλο  την καθημερινότητα αυτή. Σήμερα το πρωί φέρανε ένα καινούργιο βρέφος στο κτήριο, όπου είμαστε με τα υπόλοιπα παιδιά. Πάντοτε αναρωτιόμουν από πού φέρνουν τα μωρά. Κάθε εβδομάδα. Μέχρι που -αφού άφησαν το σημερινό βρέφος και φύγανε οι άντρες  απ'το δωμάτιο-  άκουσα έναν τους να μιλάει έξω στην πόρτα για κάποιους που αποκαλούνται «γονείς». Περίεργο... Έπειτα, με κάποια παιδιά που συγκατοικούμε -φυσικά πάντα με τη συνοδεία ενός φρουρού- πήγαμε στο «σχολείο». Αν και το υποτιθέμενο «σχολείο», έχει καταντήσει μια άθλια φυλακή. Δεν μπορούμε να εκφραστούμε, ούτε καν να εκφράσουμε όσα έχουμε στη σκέψη. Υπάρχουν αρκετοί φρουροί γύρω μας, οπότε οι διάδρομοι καθημερινά είναι ήσυχοι. Κανείς δε μιλάει. Ποτέ! Μόνο αν μας μιλήσουν οι φρουροί ή οι καθηγητές. Και πάλι, πρέπει, να είναι μονολεκτικές οι απαντήσεις. Μια φορά ένας συμμαθητής είχε κάνει μια απλή ερώτηση κι ο φρουρός στην πόρτα τον πήρε κατευθείαν. Δεν τον ξαναείδαμε από τότε... Οι ώρες στο «σχολείο» φαίνονται αιώνες. Ορκίζομαι πως κάποτε ήταν διαφορετικά τα βιβλία! Νομίζω μόλις χθες... Είμαι σίγουρη γι' αυτό. Νομίζω, δηλαδή. Και να το αναφέρω, δεν έχω αποδείξεις, για να με πιστέψουν. 
    Κατά το απόγευμα έχουμε ήδη γυρίσει και τρώμε κάτι σαν παχιά σούπα, Δίχως λαχανικά ή κρέας. Κάτι σαν άθλιο πολτό. Σχεδόν ξερνάω... μόνο που το βλέπω. Αχ, καημένο μου ημερολόγιο! Αν κάποιος γνώριζε για σένα, δεν ξέρω τι θα μου 'καναν... 
    Τα βράδια, όταν ήταν οι μεγαλύτεροι εδώ κι εγώ μικρότερη, φανταζόμασταν πολλά και διάφορα. Σκεφτόμασταν τι θα γινόταν αν ποτέ ο κόσμος ήταν διαφορετικός ή αν ακούγονταν, σε παγκόσμια κλίμακα, προτάσεις που δε θα τις επέβαλε το κόμμα, αλλά απλοί πολίτες. Ή ακόμη και παιδιά, που είναι το μέλλον κάθε κόσμου. Ήμουν καλή φίλη μ' ένα απ' τα μεγαλύτερα παιδιά. Νομίζω τη 'λεγαν Μαρίνα. Ήταν ατρόμητο κορίτσι. Πάντα μου έλεγε πως, όταν γίνει 18, θα φύγει απ' το κτήριο.  Θα φύγει κι απ' την ίδια την πολιτεία. Αλλά πάντα υποσχόταν πως θα γύριζε να με δει. Έχουν περάσει δύο χρόνια, αφότου έφυγε. Ακόμα δεν έχει έρθει. Ελπίζω να κατάφερε να ξεφύγει από εδώ! 
    Τώρα πρέπει εγώ να προσέχω, να φροντίζω τους μικρότερους. Να τους μαθαίνω πως είναι δώρο να σκεφτόμαστε. Ωστόσο, πρέπει να το κρατάμε κρυφό  το δώρο αυτό! Για την επιβίωσή μας! Σ' έναν χρόνο ακριβώς θα ξεφύγω κι εγώ, όπως κι εκείνη, καλό μου ημερολόγιο! Κι ελπίζω... δηλαδή υπόσχομαι σε σένα πως δεν θα σταματήσω να σου γράφω.  Ποτέ, μα ποτέ! Στο ορκίζομαι... αλήθεια! Καληνύχτα, όμορφο μου ημερολόγιο!
6. 

                                        Φρίκη της Πολίχνης, 
Αγαπημένο ημερολόγιο, 
Η κατάσταση δυσχεραίνει μέρα τη μέρα. Το καθεστώς διαρκώς δυναμώνει και δεν εμφανίζονται καθόλου σημάδια παρακμής ή αδυναμίας. Η καθημερινότητα γίνεται ολοένα πιο μονότονη, σχεδόν αυτοματοποιημένη. Πρέπει να βασιζόμαστε συνεχώς στην τεχνολογία, ακόμη και για απλές δραστηριότητες ή κινήσεις. Έχει περάσει καιρός απ' την τελευταία φορά που είδα παιδί να φουσκώνει μπάλα χειρονακτικά -με τρόμπα- ή μητέρα να φτιάχνει φαγητό για τα παιδιά της, μόνη της. Δυστυχώς αυτά που μας κυβερνούν μας αναγκάζουν να χρησιμοποιούμε φανταχτερά -τα δήθεν καινοτόμα μηχανήματα- και συσκευές. Προσπαθούν έτσι να κρατούν τα μυαλά μας αδύναμα, ώστε να τους υπακούμε. Πλέον είναι όλα μια ρουτίνα, ένα πρόγραμμα που ακολουθούμε όλοι. Είμαι πολύ τυχερός που καταφέρνω έστω και λίγο στα κρυφά να γράφω τις σκέψεις μου εδώ -το μόνο που δεν ελέγχουν ακόμη.
    Αυτήν τη μέρα, πηγαίνοντας στο σχολείο, παρατήρησα έναν γείτονά που απέφυγε να προσκυνήσει το άγαλμα του απόλυτου Μονάρχη  της χώρας. Αυτά που βλέπαμε, λοιπόν, στα παιδικά φαίνεται πως έγιναν πραγματικότητα. Μέσω των καμερών που είναι  εγκατεστημένες στην περιοχή, βρέθηκε ο κύριος κι οι παρακρατικοί του Μονάρχη τον ανάγκασαν να υπακούσει στον νόμο. Απ' ό,τι φαίνεται αυτή η τυραννία δεν έχει τελειωμό. Στο σχολείο, συνάμα, έχουν ξεκινήσει τα μαθήματα ως συνήθως γεμάτα με παραπληροφόρηση και προπαγάνδα που μιλά για το πόσα πολλά καλά έχει κάνει ο Μονάρχης σ' εμάς. Τον έχουμε ακόμη και σε λάβαρα στο σχολείο και την τάξη. Ευτυχώς τα μαθήματα των θετικών δειν έχουν επηρεαστεί ακόμη. Πλέον δεν υπάρχουν τέχνες και γυμναστική, γιατί όχι μόνο τον νου μας θέλουν αδύναμο, αλλά και το κορμί και τη δημιουργικότητά μας. Καθημερινά έχουμε ν' ακούμε τις σάχλες αυτές απ' τους υπολογιστές,  γιατί δάσκαλοι πια δεν υπάρχουν. Η προσευχή έχει καταργηθεί κι όλοι μας είμαστε δυστυχισμένοι. 
   Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, γιατί θα μας πάνε μέσα, όπως κι όλους τους άλλους που αντιστάθηκαν. Δυστυχώς, δεν περνά από το χέρι μας... είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε ως στρατιωτάκια που ελέγχονται από μηχανή. Ελπίζω ν' αλλάξει κάτι κάποια στιγμή!


«Με αφορμή3 τη γιορτή των Χριστουγέννων»

    1) «Το θαύμα τον Χριστουγέννων»  Ήταν παραμονή Χριστουγέννων κι ετοιμαζόμουν να βγω με κάποιους φίλους μου. Η ώρα είχε πάει 11.30', ...